Γιάννης Ψυχάρης, Ο Γουανάκος (Κείμενο)

Γιάννης Ψυχάρης, Για το Ρωμαίϊκο Θέατρο. Ο Κυρούλης. Ο Γουανάκος, βιβλιοπωλείο της «Εστίας», Αθήνα 1901.

 

Πρώτη Παράσταση: 20 Δεκεμβρίου 1980 (Θέατρο "Κάβα", θίασος "Αμφιθέατρο" του Σπύρου Α. Ευαγγελάτου)

 

Η δράση τοποθετείται στη «Γη του Πυρός» και στη σκηνή βρίσκεται ένας Πλάτανος, ένας Πέφκος, μια Ιτιά και μια Λέφκη –με την ψυχαρική γραφή- σε σχηματισμό «μισού στεφανιού», σαν ημικύκλιο χορού. Ο Κουμπόπουλος και ο Μοναστηριώτης κουβεντιάζουν φιλικά και ανώδυνα. Ο δεύτερος βάζει γνωστούς γλωσσοδέτες στον πρώτο, ο οποίος όμως δεν καταφέρνει να τους πει. Στη συνέχεια περνάνε στα γνωστά χιώτικα ανέκδοτα, σχολιάζουν την Αθήνα και τελικά ο Μοναστηριώτης βάζει το γελέκο του προσκέφαλο και οι δυο χαρακτήρες το ρίχνουν στον ύπνο. Τα δέντρα αρχίζουν να μιλούν και να σχολιάζουν τη γύρω τους πραγματικότητα. Ο Πλάτανος είναι ο πατέρας τους, η Λέφκη είναι υπερήφανη και τσακώνεται με την ταπεινή Ιτιά. Ο Πέφκος είναι το «αγαπημένο αδερφάκι» του Πλάτανου, είναι σοφός και μυρωδάτος και η Ιτιά τον θαυμάζει. Οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν τη γλώσσα των δέντρων, αλλά τα αγαπά ο φίλος τους ο Γουανάκος, ένα παράξενο ζώο, «καλό και άγριο συνάμα». Ο Κουμπόπουλος κλέβει το γελέκο του Μοναστηριώτη ο οποίος ακόμα κοιμάται, το φοράει και φεύγει. Ο Μοναστηριώτης ξυπνά, αντιλαμβάνεται την κλεψιά και καλεί όλους τους «άλλους άγριους» για να κυνηγήσουν τον κλέφτη. Ο Κουμπόπουλος συναντά την αγαπημένη του, την Καλαθούνα και της δείχνει με καμάρι το γελέκο, της χαρίζει και τη μισή κορδέλα που είχε στην τσέπη. Αλλά πρέπει να φύγει γρήγορα γιατί τον κυνηγά ο Μοναστηριώτης και πάει στην «πέρα φυλή» στους «Περαμερίτες». Ο Γουανάκος μονολογεί τον πόνο του: λαχταρά να γίνει άνθρωπος μια μέρα, αλλά κανείς από τους ανθρώπους δεν τον καταλαβαίνει. Η Καλαθούνα όμως τον αγαπάει όπως τον αγαπούν και τα δέντρα. Ο Μοναστηριώτης και οι άγριοι εξακολουθούν να κυνηγούν τον Κουμπόπουλο. Η Ιτιά εξομολογείται τον έρωτά της για τον Πέφκο, στον Πλάτανο. Ο Πλάτανος προσπαθεί να την συνετίσει, αφού αγαπά κάτι τόσο διαφορετικό από κείνη.  Στη σκηνή εισβάλλουν γαϊδουράκια και μαϊμούδες, οι οποίες λένε ότι είναι οι μητέρες των ανθρώπων. Εμφανίζεται ένας Δάσκαλος, ντυμένος σα «μάγος» και προσπαθεί να μάθει στον Κουμπόπουλο την καθαρεύουσα. Επιθυμεί να τον πείσει να αλλάξει εξολοκλήρου ορισμένες λέξεις καθώς και την εκφορά του λόγου, με αποτέλεσμα πολλά γλωσσικά λάθη, λέξεις που δεν αντιστοιχούν στην καθομιλουμένη και προκαλούν το γέλιο. Τα δέντρα ειρωνεύονται τον Δάσκαλο και έρχονται οι Μάγκες με εφημερίδες στα χέρια, φωνάζουν και συνομιλούν με τη μαϊμού, κι εκείνη αναπτύσσει διάλογο με τα δέντρα. Η σκηνή αλλάζει, παραμένοντας όμως στη Γη του Πυρός και εμφανίζονται πεντέξι Ιτιές που συνομιλούν. Οι Ιτιές σχολιάζουν και θαυμάζουν τον έρωτα της Ιτιάς για τον Πέφκο και τη διαμεσολάβηση του Πλάτανου. Ακούγονται οι φωνές των δυο ερωτευμένων δέντρων στην προσπάθειά τους να σμίξουν τα κλαδιά τους. Ο Μοναστηριώτης στο μονόλογο του Άμλετ, «Να ζη κανείς ή να μη ζή; Αφτός είναι ο κόμπος», αγωνίζεται να αποδώσει γνωστούς σαιξπηρικούς στίχους και συνοψίζει για τους θεατές όσα έχουν προηγηθεί. Ο Δάσκαλος οδήγησε τους δύο αντίδικους, Μοναστηριώτη και Κουμπόπουλο σε «συμβιβασμό»: μοίρασε στα δυο το γιλέκο! Ο Γουανάκος απελπίζεται, γιατί ο Δάσκαλος απορεί με τη γλώσσα του Κουμπόπουλου και επιμένει στην αντικατάσταση λέξεων της καθομιλουμένης με αρχαϊκούς τύπους. Στα ενδιάμεσα του διαλόγου ακούγονται τα πολύ ειρωνικά σχόλια του Γουανάκου. Στο τέλος αρχίζει να μουγκρίζει και ο Δάσκαλος φεύγει κατατρομαγμένος. Ο Κουμπόπουλος και η Καλαθούνα επιτέλους φιλιούνται και αφού κερδίζει η αγάπη, ο Γουανάκος λέει ότι τώρα πια «ίσως γίνη άνθρωπος». Το σκηνικό είναι ξανά όπως στην πρώτη πράξη, τα δέντρα ξυπνούν την αυγή. Η Λέφκη διαπιστώνει ότι έγινε το θαύμα: ήρθε επιτέλους η πάναγνη Κόρη, ήρθε «στον έρημο τόπο», ήρθε στη «χώρα της φωταψιάς». Από το βάθος προβάλλει η Μυρούλα, ασπροντυμένη κι αναρωτιέται που βρίσκεται. Της απαντά ο Πέφκος κι εκείνη καταλαβαίνει τη φωνή του. Η Μυρούλα είναι γλυκιά και καλή με όλα τα δέντρα, τα χαϊδεύει, γίνεται ο συνδετικός κρίκος της Ιτιάς και του Πέφκου.  Ο Γουανάκος λέει «σ’ αγαπώ» στη Μυρούλα κι εκείνη τον καταλαβαίνει, τον ακούει και αμέσως το ζώο μεταμορφώνεται, «πέφτει το πετσί του και φαίνεται όμορφο παλληκάρι». Η Μυρούλα διαπιστώνει ότι αυτός είναι ο Ποιητής που την πρόσμενε, ρίχνεται στην αγκαλιά του και τραβιούνται στο βάθος της σκηνής. Ο γέρο Πλάτανος, ο σοφός, θα προβεί στα συμπεράσματα: κάποια μέρα ίσως γίνει «ο λύκος αρνί», ο «Δάσκαλος Ρωμιός», «η καθαρεύουσα γλώσσα». Ο Μοναστηριώτης συμφιλιώνεται με τον Κουμπόπουλο και ο τελευταίος απευθύνεται στους θεατές δίνοντάς τους ένα καλό μάθημα, για το λαό και τη γλώσσα.

 

* * * 


Η πεντάπρακτη κωμωδία που τοποθετείται στη «Γη του Πυρός» είναι γραμμένη προφανώς στο «ψυχαρικό ιδίωμα». Αφιερώνεται στον Παλαμά και όπως σημειώνει ο συγγραφέας στον εκτενή πρόλογο του τόμου, γράφεται στη διάρκεια ενός μήνα -από το τέλος του Οκτώβρη μέχρι το τέλος του Νοέμβρη του 1900. Ο Ψυχάρης υποστηρίζει ότι οι νεότεροι Έλληνες  δραματουργοί πρέπει να αντλούν από τα λαϊκά παραμύθια και αποπειράται να εφαρμόσει αυτή την αρχή, στο Γουανάκο. Η κωμωδία περιέχει μοτίβα που αντλούν από τις λαϊκές αφηγήσεις: τα δέντρα και τα ζώα που μιλούν, η μεταμόρφωση ζώου σε άνθρωπο, οι στενές σχέσεις των έμβιων όντων μέσα στη φύση. Ωστόσο, βρίθει συμβολισμών και μοτίβων που αποσκοπούν να διακηρύξουν προγραμματικές θέσεις του συγγραφέα: το γιλέκο που μοιράζεται στα δυο όπως η γλώσσα, ο αξιογέλαστος λογιοτατισμός του Δασκάλου, η Μυρούλα-Ελλάδα και ο Γουανάκος-Λαός. Έτσι, από τα συλλογικά χαρακτηριστικά που αποτελούν τη σφαίρα της παράδοσης μετακινούμαστε στον πολύ προσωπικό κόσμο του δραματουργού, στις ιδεολογικές θέσεις του Ψυχάρη.

 

 

(Το έργο εντοπίστηκε στην Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης και ψηφιοποιήθηκε από την ερευνητική ομάδα)

 

© ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ, Α.Π.Θ.