Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η Σταχτιά Γυναίκα [Κείμενο]

Πρώτη έκδοση στα γερμανικά: Constantin Christomanos, Die graue Frau, Konegen, Βιέννη 1898.

Πρώτη έκδοση στα ελληνικά: Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η Σταχτιά Γυναίκα, (μεταφρασμένο από τα γερμανικά υπό Π. Π.), Αθήνα 1934.

 

Σε μια έπαυλη, χτισμένη πάνω σε βράχια που κατεβαίνουν στη θάλασσα, η Αγλαΐα, μια τρυφερή γυναίκα που μοιάζει σχεδόν παιδούλα κάθεται στην πολυθρόνα και ονειροπολεί, ενώ πέφτει το σούρουπο. Απολαμβάνει την ομορφιά της φύσης και χάνεται στις σκέψεις της. Όταν έρχεται ο άντρας της, ο Λύσαντρος, μοιράζεται μαζί του, τις υπαρξιακές της αγωνίες, αναρωτιέται για τη φύση των ονείρων, αναπολεί τα παιδικά της χρόνια, όταν δεν υπήρχαν τα όρια της πραγματικότητας και μπορούσε να «ακούει και να «βλέπει» εκείνα που δεν μπορούν να συλλάβουν οι αισθήσεις. Η ανησυχία της μεγαλώνει όταν ομολογεί στον Λύσαντρο ότι τον νιώθει φευγάτο, σαν να περιμένει κάτι που ως γυναίκα του, δεν μπορεί να του το δώσει. Εκείνος προσπαθεί να την καθησυχάσει εκθέτοντας περίτεχνα την απέραντη αγάπη που τρέφει για το πρόσωπό της, όμως η αγωνία της Αγλαΐας κορυφώνεται όταν ομολογεί ξεκάθαρα πως φοβάται ότι θα τον χάσει για πάντα. Η έντονη, γεμάτη αντιφάσεις, συνομιλία του ζευγαριού συνεχίζεται μέχρι να πέσει το σκοτάδι και την ώρα που λάμπουν οι πρώτες αχτίδες του φεγγαριού, η κουβέντα στρέφεται στην πιο όμορφη πτυχή της ζωής τους, το παιδί τους, για να ξαναγυρίσουν όμως γρήγορα στη συζήτηση για την αδιέξοδη επιδίωξη της ευτυχίας που ποτέ δεν συλλαμβάνεται. Η Αγλαΐα ξαφνικά θυμάται, ότι πρόκειται να έρθει μια παραμάνα για το Δώρο τους –το γεμάτο συμβολισμό όνομα του παιδιού τους- και αρχίζει να αφηγείται στον Λύσαντρο το παρελθόν αυτής της γυναίκας, το οποίο σημαδεύτηκε από ένα τραγικό συμβάν: την ώρα που κρατούσε το δικό της παιδί έξω το παράθυρο του τέταρτου ορόφου, της έπεσε από τα χέρια και από τότε θρηνεί την απώλειά του, φορώντας μονίμως ρούχα σε σταχτί χρώμα. Αυτός είναι ο λόγος που της έδωσαν το όνομα Σταχτιά Γυναίκα.  Στο άκουσμα του ονόματός της, ο Λύσαντρος συγκινείται, αλλά και φοβάται, καθώς θυμάται, πως από παιδί ακόμα κάθε φορά που ερχόταν αντιμέτωπος με το σταχτί χρώμα ένιωθε μέσα του έναν γλυκό πόνο. Και αυτό ήταν απόρροια μιας προφητείας που είχε δεχτεί από μια τρελή γριά μάγισσα. Η συγκεκριμένη γυναίκα είχε προφητέψει στο νεαρό Λύσαντρο πως κάποτε, εξαιτίας μιας σταχτιάς μορφής, θα ζήσει τη μεγαλύτερη ευτυχία και ταυτόχρονα την πιο μεγάλη συμφορά. Ο ερχομός της Σταχτιάς Γυναίκας, πράγματι δημιουργεί μια απόκοσμη και αλλόκοτη κατάσταση στο σπίτι. Η έκφραση του ανείπωτου πόνου της, το φως που περιβάλλει την ύπαρξή της, η φωνή της που ηχεί σαν μουσική … το ζευγάρι μαγεύεται από την παρουσία της και δεν μπορεί να αντιδράσει σε όσα θα ακολουθήσουν. Όταν η Σταχτιά Γυναίκα  κρατά το μικρό Δώρο, νομίζει πως είναι το δικό της παιδί, που γύρισε από το σκοτάδι και στη συνέχεια ζωντανεύει ο παλιός εφιάλτης. Η Αγλαΐα, ενώ αντιλαμβάνεται τι πρόκειται να συμβεί παραδίνοντας το παιδί της στα χέρια της Σταχτιάς Γυναίκας, κάποια αλλόκοτα συναισθήματα δεν της επιτρέπουν να μετακινηθεί και να προλάβει το μοιραίο. Η Σταχτιά Γυναίκα  βρίσκεται μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο, ο Δώρος πέφτει από την αγκαλιά της και χάνεται στα βράχια της θάλασσας. Ο Λύσαντρος δεν μπορεί να αντιληφθεί λογικά τι έχει συμβεί και εκστασιασμένος την σφιχταγκαλιάζει. Μια σταχτιά αυλαία πέφτει αμέσως μετά το τελευταίο παραλήρημα της Αγλαΐας.

 

* * *


Τα σχόλια που ακολουθούν στηρίζονται στην ελληνική έκδοση της Σταχτιάς γυναίκας (1934), χωρίς αντιπαραβολή με το πολύ παλαιότερο, γερμανικό πρωτότυπο, το οποίο δεν στάθηκε δυνατόν να ελεγχθεί με αυτοψία, επομένως διατυπώνονται με κάθε επιφύλαξη. Πρόκειται για ένα μονόπρακτο δράμα, γραμμένο σε πρόζα και η μετάφραση έγινε σε δημοτική γλώσσα. Στον ανυπόγραφο πρόλογο σημειώνεται πως το συγκεκριμένο έργο δεν γράφτηκε για το θέατρο, αλλά ήταν ένα έργο λυρικό προορισμένο μόνο για ανάγνωση. Τα πρόσωπα του δράματος είναι τέσσερα, δύο γυναίκες, ένας άντρας και ένα παιδί. Το έργο περιλαμβάνει μακρόσυρτους μονολόγους, πλούσιες σκηνικές οδηγίες καθώς και ερμηνευτικά σχόλια σε μορφή υποσημειώσεων. Η προκαταρκτική σημείωση -κάτω από τον τίτλο του έργου- «Προανάκρουσμα της ορχήστρας Πρελούντιο Σοπέν Νο 3, 15, 20», καθώς  και η σημείωση στο τέλος του δράματος «Πρελούντιο Νο 4» του ίδιου συνθέτη, ορίζουν τη μουσική ατμόσφαιρα μέσα στην οποία τοποθετείται η δράση. Τόσο η ατμόσφαιρα όσο και οι χαρακτήρες θα μπορούσαν να συνδεθούν με τον κόσμο του λαϊκού παραμυθιού, ωστόσο σαφώς μεγαλύτερη και ουσιαστικότερη είναι η σύνδεση του δράματος με το ρεύμα του Συμβολισμού και του Αισθητισμού. Ο συγγραφέας μέσα από τις εκτενείς, λεπτομερείς σκηνικές οδηγίες, στις οποίες κυρίαρχο ρόλο κατέχει ο φωτισμός, δημιουργεί μια έντονα υποβλητική και μυστικιστική ατμόσφαιρα (σκοτάδι, φεγγαρόφως κ.ά.). Βασικό στοιχείο αποτελεί η προσωποποίηση της Μοίρας και του θανάτου στο χαρακτήρα της Σταχτιάς Γυναίκας. Η γυναίκα επικαλείται τα παραμύθια που αφηγούνταν στο μικρό Δώρο, λίγο πριν το θάνατό του, και δηλώνει από την αρχή πως ήρθε για να πάρει το παιδί: «ήρθα για το παιδί…ήταν πολύ σκοτεινά εκεί που ήμουν… είμαι σαν ένας μαύρος λεκές από ίσκιο…» (σ.35). Το «αναπόφευκτο» που φέρει μαζί της η Σταχτιά Γυναίκα αποδεικνύεται από την αδυναμία των δύο γονέων να αποτρέψουν το θάνατο του παιδιού τους, μπροστά στα μάτια τους: «Θέλω μα δεν μπορώ. Θέλω να κουνήσω τα μέλη μου μα δεν μπορώ! Πάγωσαν τα γόνατά μου… ρίζες φύτρωσαν στα πόδια μου…» (σ.46). Σημαντική επίσης, είναι η σχετική προφητεία μιας μάγισσας, την οποία ανακαλεί στη μνήμη του ο Λύσανδρος «από τη σταχτιά μορφή θα σούρθη μια μέρα η μεγαλύτερη ευτυχία κ’ η πιο μεγάλη συμφορά… από τη σταχτιά μορφή θα σου ’ρθει μια μέρα το φως και σ’ αυτό μέσα θα χαθής» (σ. 33). Αξιομνημόνευτα είναι τα ερμηνευτικά σχόλια που παραθέτει ο συγγραφέας, για να εξηγήσει το παράλογο στη στάση του Λύσαντρου, ο οποίος δεν αντιδρά, όπως θα περίμενε κανείς, βλέποντας τη δολοφονία του παιδιού του, αλλά σαστισμένος, αγκαλιάζει την Σταχτιά Γυναίκα λέγοντάς της: «Ψυχή μου. Είσαι το φως μου. Είσαι η ζωή…ο θάνατος… είσαι εγώ… είσαι το παν…» (σ.47). Τέλος ο συγγραφέας στην τελευταία του υποσημείωση δίνει επιπλέον σκηνοθετικές οδηγίες στους ηθοποιούς του και αποκαλύπτει ότι, πηγή της έμπνευσής του ήταν μια βιεννέζα πρωταγωνίστρια της εποχής του. «Η έκφρασι του μεγαλείου αυτής της καταστροφής πρέπει ν’ αφεθή εις τους ηθοποιούς με τρόπο ανάλογο προς την καλλιτεχνική ατομικότητα του καθενός. Βλέπω σωματοποιημένη τη μορφή της Σταχτιάς Γυναίκας στην Adele Sandrock: Γι’ αυτήν έγραψα το ρόλο κι’ αφιερώνω τούτο μου το εσωτερικό δράμα στα πιο φωτεινά της τέχνης ύψη» (σ. 48).

 

 

(Το έργο εντοπίστηκε σε ανάτυπο από το Μηνιαίο Νέο Κόσμο στην Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης και ψηφιοποιήθηκε από την ερευνητική ομάδα)

 

© ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ, Α.Π.Θ.