Παντελής Χορν, Το τίμιο σπίτι

Σ. Χαρλής (=Παντελής Χορν), «Το τίμιο σπίτι. Τραγική σάτιρα», Νέα Ζωή Αλεξάνδρειας, χρ. Δ΄, αρ. 47-48, Ιούλ.- Αύγ. 1908, σ. 885-894.

 

Ο ζωγράφος Στέφανος γίνεται θύμα της πλεκτάνης δύο φίλων, του Θανάση και του Γιάγκου. Ο Θανάσης, προκειμένου να παντρέψει την άσχημη αδερφή του Φεναρέτη, οργανώνει ένα σχέδιο έτσι ώστε να αναγκάσει τον Στέφανο να την παντρευτεί. Ο Στέφανος κατά τη διάρκεια ενός μεθυσιού οδηγείται από τους δύο άντρες στο κρεβάτι της Φεναρέτης, χωρίς να αντιληφθεί την ασχήμια της. Καθώς η «τιμή» της οικογένειας απαιτεί από τον Στέφανο να παντρευτεί την Φεναρέτη,  οδηγείται από τον Σταμάτη στην οικογένεια της Φεναρέτης. Ο Στέφανος νομίζει ότι θα συναντήσει μόνη της τη νεαρή γυναίκα και τρομοκρατείται όταν αντικρίζει τον τραμπούκο αδερφό της Θανάση και την τρελή μαυροφορεμένη γριά μητέρα της, που μονολογεί ακατάπαυστα. Τρομάζει ακόμα περισσότερο όταν του φέρνουν μπροστά του την Φεναρέτη και δεν μπορεί να πιστέψει πως είναι η ίδια γυναίκα που πέρασαν το βράδυ μαζί. Η Φεναρέτη είναι μια άσχημη γυναίκα, ντυμένη στα κόκκινα, με φουσκωμένη κοιλιά που έρχεται κουτσαίνοντας. Στη προσπάθειά του να αποδράσει από την παγίδα που του έχουν στήσει, ο Στέφανος βρίσκεται δεμένος σε μια καρέκλα και δεν μπορεί να ξεφύγει. Καταστρώνει όμως κι αυτός το δικό του σχέδιο. Υποκρίνεται πως συμφωνεί να γίνει ο γάμος και καλεί τους παρευρισκόμενους να φύγουν για να φέρουν τον παπά και τα στέφανα και να τους παντρέψουν. Καθώς τα περισσότερα πρόσωπα λείπουν και όσοι είναι παρόντες είναι μεθυσμένοι, ο Στέφανος βρίσκει την ευκαιρία να πάρει το μαχαίρι με το οποίο προσπάθησε να τον σκοτώσει, νωρίτερα, η γριά μητέρα, και μαχαιρώνει την Φεναρέτη. Καταφέρνει να κόψει τα σκοινιά με τα οποία ήταν δεμένος και πηδάει από το παράθυρο πριν προλάβουν να τον πιάσουν. Η αυλαία πέφτει με την μητέρα της Φεναρέτης να χορεύει γύρω από το νεκρό σώμα της κόρης της, χαρούμενη για τους γάμους του παιδιού της.

 

* * *


Το έργο είναι μια «τραγική σάτιρα», όπως την ονομάζει ο συγγραφέας, και η δράση τοποθετείται στην Αθήνα. Οι χαρακτήρες είναι έξι, από τους οποίους οι δύο είναι γυναίκες. Το θέμα συνδιαλέγεται με την ιδέα της ανθρώπινης μοίρας. Κεντρική φιγούρα που προοιωνίζει την αρνητική έκβαση των γεγονότων είναι η μητέρα της Φεναρέτης, η γριά τρελή. Ο συγγραφέας έδωσε στο συγκεκριμένο χαρακτήρα μια συμβολική υπόσταση. Όλοι την αντιμετωπίζουν ως τρελή, ωστόσο από νωρίς μιλά για το γάμο της κόρης της με τον θάνατο, τον οποίο παραλληλίζει με ένα όμορφο βασιλόπουλο που θα έρθει με το άλογό του να την πάρει. Η πιο χαρακτηριστική σκηνή είναι όταν οι υπόλοιποι χαρακτήρες φεύγουν, για να φέρουν τα στέφανα του γάμου και η γριά μητέρα αναφέρεται σαφώς στην επικήδεια τελετή: «Στέφανα! … τα στέφανα! … και λαμπάδες και λιβάνι! … και τα νυφιάτικα … μαύρα ναναι τα νυφιάτικα αρέσουν στο γαμπρό που περιμένω… Θα την παντρέψουμε την πεντάμορφη, έχουμε χαρές απόψε». Ενώ όταν η Φεναρέτη κείτεται πια νεκρή, η μητέρα της: «(Χορεύοντας γύρω απ’ τη Φεναρέτη και μυρολογιστά). Κορίτσι μου, παντρεύτηκες και συ, χα! Χα! Χα! … Α! χαρές, χαρές!». Το έργο διασταυρώνει τις εγχώριες παραδοσιακές αντιλήψεις –περί τιμής, γάμου, κ.ά.- με τις ανάγκες του νεότερου ανθρώπου να αποφασίζει για τη μοίρα του. Οι συγκρούσεις όμως που προκύπτουν έχουν τραγική κατάληξη.

 

[Το έργο εντοπίστηκε ψηφιοποιημένο στον ιστότοπο http://kosmopolis.lis.upatras.gr/index.php/nea_zoi/article/view/64708/63584 (1/12/2014)]

 

© ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ, Α.Π.Θ.