Παντελής Χορν, Οι Πετροχάρηδες

Παντελής Χορν, «Οι Πετροχάρηδες. Δράμα σε μέρη τρία», Νέα Ζωή Αλεξάνδρειας, χρ. Ε΄, αρ. 51, Δεκ. 1908, σ. 57-91.

Πρώτη παράσταση: 3 Ιουλίου 1908 (Θέατρο Συντάγματος, θίασος Ροζαλίας Νίκα)

 

Ο γέρο – Πετροχάρης, απόγονος οικογένειας κλεφτών και στη συνέχεια αγωνιστών της ελληνικής επανάστασης του 1821, προσπαθεί πάση θυσία να κρατήσει την τιμή της οικογένειάς του ψηλά μετά την οικονομική τους πτώση. Με τα λιγοστά μέσα που έχει, σπουδάζει το γιο του Μάνθο, προκειμένου να δημιουργήσει έναν άξιο απόγονο.  Με τον ερχομό της Λυγερής στο σπίτι του Πετροχάρη, επικρατεί αναστάτωση, αφού τους ανακοινώνει, πως ο θείος Μπάρδαλης σακάτεψε στο ξύλο την κόρη του Μυρτούλα, μόλις έμαθε ότι είναι έγκυος και η κοπέλα αρνείται να αποκαλύψει το  όνομα του πατέρα του παιδιού της. Ο γέρο – Πετροχάρης θεωρεί λογικό επακόλουθο την κατάντια που βρήκε το σπίτι του αδερφού του Μπάρδαλη, αφού παντρεύτηκε την Μάρω. Όπως ισχυρίζεται, πρόκειται για μια γυναίκα που κρύβει «χίλιων λογιών ανομήματα», κατάγεται από σπίτι «γεμάτο μαγείες» και αναφέρει ένα σωρό θρύλους που συνδέονται με την οικογένειά της. Ταυτόχρονα με την ανακοίνωση της εγκυμοσύνης της Μυρτούλας, η οικογένεια μαθαίνει από τον ψυχογιό της τον Γιώργη, πως κάποιος έκλεψε το προηγούμενο βράδυ το σπίτι του τοκογλύφου Αλεξονίδη. Ο κλέφτης ξέχασε στο σπίτι το παλτό του, λαβώθηκε καθώς έσπαγε το τζάμι και όπως αναφέρουν οι αρχές πρέπει να ήταν πολύ καλός γνώστης των δωματίων του σπιτιού. Τα γεγονότα που εκτυλίχτηκαν το προηγούμενο βράδυ καθώς και τα στοιχεία που έχουν οι αρχές, σε συνδυασμό με την εξαφάνιση του Μάνθου, βάζουν την μητέρα του σε υποψίες. Με τα νέα αυτά ο Πετροχάρης νιώθει πως η εκδίκηση πλησιάζει, καθώς το σπίτι του Αλεξονίδη, ήταν το πατρικό του Πετροχάρη, που ο πρώτος το πήρε, ως μέρος του χρέους από το δάνειο της οικογένειας. Ο Μάνθος γυρνώντας στο σπίτι σαστισμένος, αποκαλύπτει πως αυτός έκλεψε το σπίτι του Αλεξονίδη, και τους ζητά να τον γλιτώσουν από τις αρχές που τον κυνηγούν. Ο Πετροχάρης σώζει το γιο του από την αστυνομία, θέλοντας να τον τιμωρήσει με τα ίδια του τα χέρια. Η Μάρω έρχεται στο σπίτι τους, παρότι ανεπιθύμητη από τον γέρο – Πετροχάρη, για να παραδώσει ένα γράμμα στον Μάνθο από την ξαδέρφη του Μυρτούλα. Οι δύο νέοι είχαν συμφωνήσει να φύγουν μαζί, και καθώς ο Μάνθος δεν πήγε, η Μυρτούλα έφυγε μόνη της και στο γράμμα, του ζητά να την ακολουθήσει στο δρόμο που θα του υποδείξει η Μάρω. Μετά και από αυτή την αποκάλυψη φανερώνεται πως ο Μάνθος έκλεψε το προηγούμενο βράδυ το σπίτι του τοκογλύφου Αλεξονίδη, προκειμένου να βρει τα μέσα για να ζήσει μακριά με την γυναίκα που ερωτεύτηκε και άφησε έγκυο.  Ο Πετροχάρης, μαθαίνοντας πως ο γιος του δεν είναι μόνο κλέφτης αλλά και αιμομίκτης οδηγείται στην παραφροσύνη. Μη μπορώντας να αντέξει τον ηθικό ξεπεσμό της γενιάς του, σκοτώνει ο ίδιος το γιο του, λίγο πριν προλάβει να το σκάσει με την Λυγερή. 

 

* * *


Οι Πετροχάρηδες είναι ένα δράμα σε τρία μέρη γραμμένο σε πεζό λόγο και δημοτική γλώσσα. Στο έργο εμφανίζονται εννιά χαρακτήρες από τους οποίους οι τρεις είναι γυναίκες. Η δράση διαδραματίζεται σε μια κωμόπολη της Ελλάδας, αρκετά χρόνια μετά την επανάσταση του 1821. Ο συγγραφέας φαίνεται να προσπαθεί να συνθέσει το έργο του, αντλώντας στοιχεία από δυο κεντρικές αρτηρίες: από τις τάσεις του σύγχρονού του ευρωπαϊκού θεάτρου και από την ελληνική λαϊκή παράδοση. Η δήλωση του Μάνθου πως «βρυκολάκιασε μέσα του ο παλιός κλέφτης», αναφορά στις αμαρτίες του κλέφτη παππού του, κλείνει σαφώς το μάτι στην ιψενική δραματουργία. Ωστόσο οι ήρωες του δράματος είναι άνθρωποι που «φοράνε ελληνική φορεσιά» και είναι στενά συνδεδεμένοι με τις ρίζες τους και το επαναστατικό παρελθόν τους. Κεντρικό στοιχείο του έργου αποτελεί η ιδέα της μοίρας. Μια μοίρα που σχεδόν προσωποποιείται στο πρόσωπο της Μάρως, η οποία ως χαρακτήρας παρουσιάζεται σαν ηρωίδα παραμυθιού, σύμφωνα και με τις υποδείξεις του συγγραφέα, «μαυροντυμένη γυναίκα και όμορφη γριά, κυρούλα των παραμυθιών». Ο ίδιος ο γερό – Πετροχάρης προσδίδει στη γενιά της υπερφυσικές ιδιότητες: «Λέγαν πως από ξωτικά κρατάνε, γιατί κάποιος παλιός της γενιάς τους με Νεράιδα είχε κοιμηθεί. Πιστεύουν πως αράπηδες φυλάν τα χρυσαφικά τους και τη νύχτα γυρίζουν στου σπιτιού τις αυλές… τρομάρα είταν το σπίτι τους… Θυμάσαι λέγαν πως η Γρια Πελαρέαινα, η μάνα της προκομμένης, χόρευε τη νύχτα γυμνή με τ’ αερικά κ’ ένα στοιχειό έβγαινε απ’ το πηγάδι τους τα μεσάνυχτα και φώναζε λόγια αξεδιάλυτα, που μόνο οι Πελαρέοι ξέραν να τα ξηγήσουν. Δαιμονικών είταν εκεί φωλιά και όσοι απ’ το σπίτι τους περνούσαν, σταυροκοπιούντανε». Οι αναφορές σε υπερφυσικά στοιχεία όπως είναι οι νεράιδες, τα ξωτικά, ακόμα και το στοιχειό του θείου, δίνουν στο έργο μια ιδιαίτερη λαογραφική χροιά.

 

[Το έργο εντοπίστηκε ψηφιοποιημένο στον ιστότοπο http://kosmopolis.lis.upatras.gr/index.php/nea_zoi/article/view/64742/63618 (1/12/2014)]

 

© ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ, Α.Π.Θ.