Παντελής Χορν, Μελάχρα (Κείμενο)

Παντελής Χορν, Μελάχρα, τυπογραφείο της «Εστία», (Κ. Μάισνερ & Ν. Καργαδούρη), Αθήνα 1909.

 

Ο ερχομός της νεαρής Μελάχρας, κόρη μάγισσας, θα φέρει ανακατατάξεις στο χωριό των τσιγγάνων και κυρίως στη ζωή της Περουζέ. Η Μελάχρα, ψάχνει να βρει τον πρίγκιπα του παραμυθιού, που της έταξε για άντρα της η Βενετία και ζητά την φιλοξενία της. Η Μελάχρα περιπλανιόταν με μια ομάδα θεατρίνων, την οποία συνάντησε ο Νέδος και από τότε ο άντρας δεν μπόρεσε να ξεχάσει τα μάτια της. Με τον ερχομό της, η Μελάχρα κερδίζει τον έρωτα του Νέδου, με τον οποίο ήταν ερωτευμένη η Περουζέ, δημιουργώντας στην δεύτερη την ανάγκη να εκδικηθεί. Με την Περουζέ ωστόσο, είναι ερωτευμένος ο Γιάσαρης, γιος της Βενετίας, ο οποίος προσπαθεί επίμονα να την κερδίσει. Η Περουζέ πασχίζει να απαλλαγεί από την Μελάχρα και τον Γιάσαρη και να ξανακερδίσει την αγάπη του Νέδου, γι’ αυτό στήνει μια πλεκτάνη. Σχεδιάζει να οδηγήσει το βράδυ τους δύο ερωτευμένους στην σπηλιά του Γιάσαρη και να στείλει τον Αγκούπη να τους σκοτώσει. Η Περουζέ συνήθιζε να χορεύει με τη συνοδεία του βιολιού του Τεμελκού και ο Αγκούπης κάθε φορά που άκουγε το βιολί έτρεχε να δει την Περουζέ να χορεύει. Έτσι η Περουζέ, αποφασίζει πως το σήμα του Τεμελκού, για να ξέρει πότε να σκοτώσει τους δύο, θα είναι ο ήχος του βιολιού. Η Μελάχρα μόλις αντιλαμβάνεται το σχέδιο, επιστρατεύει την πονηριά της και στέλνει την Περουζέ στην ίδια της την παγίδα. Δημιουργεί ίντριγκα έτσι ώστε, να βρεθούν αντιμέτωποι μέχρι τελικής πτώσης ο Νέδος και ο Γιάσαρης. Η Περουζέ γνωρίζοντας πως ο Νέδος δεν έχει πολλές ελπίδες μπροστά στον Γιάσαρη, αποφασίζει με την παρότρυνση της Μελάχρας, να αποδεχτεί την πρόταση του Γιάσαρη και να φύγει μαζί του στη σπηλιά, προκειμένου να σώσει τη ζωή του αγαπημένου της Νέδου. Η Μελάχρα εκμεταλλεύεται την ευκαιρία και καθώς ο Αγκούπης δεν θα έβλεπε μέσα στο σκοτάδι ποιον σκοτώνει, δίνει την εντολή να παίξει ο Τεμελκός το βιολί του. Και ενώ η Μελάχρα χορεύει στους ρυθμούς του βιολιού, ο Αγκούπης σκοτώνει την Περουζέ και τον Γιάσαρη στη σπηλιά.

 

* * *


Το έργο χωρίζεται σε τρεις πράξεις και είναι γραμμένο στη δημοτική γλώσσα. Η σκηνή τοποθετείται σε ένα τσιγγανοχώρι στα περασμένα χρόνια. Οι χαρακτήρες είναι επτά από τους οποίους οι τρεις είναι γυναίκες. Άξονας του έργου είναι η τσιγγάνικη ζωή και οι παραδόσεις της. Κυρίαρχο ρόλο στη ζωή των προσώπων έχεικαι εδώ η μοίρα. Αρκετά στοιχεία παραπέμπουν στα παραμύθια. Ένα σκηνικό αντικείμενο, το βιολί, είναι φορτωμένο συμβολισμούς και παίζει βασικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής, αφού δίνει το σύνθημα για την δολοφονία της Περουζέ και του Γιάσαρη. «Το βιολί, το χιλιόχρονο βιολί, κληρονομιά από πάππου προς πάππου. Το χάρισε σε κάποιον παλιό μας η Μοίρα του και λένε πως το δοξάρι του ήτανε μαγικό ραβδί πού’ σερνε απάνω στις χορδές της Μοίρας τα γραμμένα. Κόσμους γκρέμιζε, κόσμους έχτιζε καταστροφή το δοξάρι του μα και δημιουργία… λένε πως έπλαθε τ’ αδύνατα, όσα δεν πλάθει χέρι ανθρώπου…». Η Βενετία σύμφωνα με τον συγγραφέα «μια γρηά γύφτισσα απ’ αυτές που λέν τις Μοίρες» φαίνεται να φτιάχνει μαγικά φίλτρα για να «δένει» τους ανθρώπους με μάγια. Η ίδια ισχυρίζεται πως ξέρει βότανα «που δεν τάδε ο ήλιος, και γιατρικά που αλλάζουν τα συλλοικά». Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σκηνή όπου η Βενετία δίνει στην Μελάχρα ερωτόχορτο. Μια ακόμα παραμυθιακή φιγούρα που αναφέρεται συχνά, αλλά δεν εμφανίζεται στη δράση είναι η μητέρα της Μελάχρας, η προφήτισσα Ζουχρέ, η οποία φαίνεται να είχε εξωπραγματικές ικανότητες στη μαντική. Εθιμοτυπικό μοτίβο αποτελεί ο χορός των γυναικών μπροστά στους άντρες με την συνοδεία του βιολιού. 

 

 

(Το έργο εντοπίστηκε στην Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης και ψηφιοποιήθηκε από την ερευνητική ομάδα)

 

© ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ, Α.Π.Θ.