Σωτήρης Σκίπης, Οι τσιγγανoθεοί

Σωτήρης Σκίπης, Οι τσιγγανοθεοί, κωμωδία σε μια πράξη και πρόλογο μ’ ένα ποίημα μπροστά του Σπήλιου Πασαγιάννη, Τυπογραφείο Peyrillier, Le-Puy-en Velay 1910.

 

Στον πρόλογο του έργου οι τρεις Μοίρες γνέθουν το πανί της αιωνιότητας και από τα χέρια τους δεν ξεφεύγουν ούτε οι θεοί. Το έργο ξεκινάει στον ουρανό πάνω στα σύννεφα όπου βρίσκονται οι αρχαίοι θεοί, αλλά τώρα πια είναι τσιγγανοθεοί. Βρέθηκαν εκεί αφού ο Βορριάς τους έδιωξε από τον Όλυμπο ένα βράδυ που γινόταν γιορτή και τώρα είναι καταδικασμένοι να τριγυρίζουν μέσα στα σύννεφα στήνοντας και ξεστήνοντας τα τσαντίρια τους, χωρίς να ανήκουν ούτε στους ζωντανούς ούτε στους πεθαμένους. Εμφανίζεται ο Ήφαιστος ο οποίος εξιστορεί πως έχει χάσει τις ικανότητές του. Και άλλοι τσιγγανοθεοί σχολιάζουν την κατάσταση, ενώ πάνω σε ένα σύννεφο βρίσκεται ένας Χορός Ψυχών. Ο καιρός είναι πολύ άγριος, φυσάει δυνατά, αναποδογυρίζει τα σύννεφα και από μακριά ακούγεται το σφύριγμα της μπόρας. Τότε εμφανίζονται τρεις ξωθιές και λένε ένα τραγούδι, με το οποίο υποδεικνύουν στους τσιγγανοθεούς τι πρέπει να κάνουν. Έρχεται η Μπόρα μαζί με τις Ανεμογαζούδες να πει κι εκείνη το τραγούδι της, όπου εκθέτει την δύναμή της. Έπειτα εμφανίζεται ο Απόλλωνας που καταριέται την τύχη του, ενώ αμέσως μετά εμφανίζεται ο Δίας για να εξιστορήσει την πτώση τους από τον Όλυμπο. Ακολουθεί η άφιξη του Βορριά με το τραγούδι του, που υμνεί την εξουσία του και φυσάει πολύ δυνατά ώστε να ξεστήσει πάλι τα τσαντίρια των τσιγγανοθεών και να μετακινηθούν για ακόμα μια φορά. Σε όλη αυτή τη διάρκεια οι ξωθιές και ένας Χορός Στοιχειών συμμετέχουν, σχολιάζοντας την δράση. Τέλος αφού έχει κάνει την δουλειά του ο Βορριάς και η Μπόρα, η σκηνή ηρεμεί από την καταιγίδα και εμφανίζεται ο Χορός των Ψυχών για να κλείσει το έργο με «Ωσανά».

 

* * *


Στην αρχή του έργου υπάρχει ένα ποίημα του Σπήλιου Πασαγιάννη –συμφοιτητής του Σωτήρη Σκίπη στη νεοσύστατη δραματική σχολή του Βασιλικού Θεάτρου-  γραμμένο στις 15 Μαρτίου 1907. Πρόκειται για την χρονιά που ο Πασαγιάννης επιστρέφει στην Ελλάδα, μετά τις άκαρπες προσπάθειες του στο Παρίσι, στο Βερολίνο, τη Νέα Υόρκη, και μετά από τον κλονισμό της υγείας του. Ένα χρόνο πριν την έκδοση των Τσιγγανοθεών του Σκίπη, ο Πασαγιάννης πεθαίνει και ο συγγραφέας τοποθετεί ένα ποίημα του φίλου του, με θέμα την πατρίδα και τον γυρισμό, ως προμετωπίδα στο δράμα του. Ο Σκίπης στο έργο του δανείζεται χαρακτήρες από την ελληνική μυθολογία. Χρησιμοποιεί τον μύθο των Μοιρών και ήδη από την πρώτη εικόνα που δίνει στον πρόλογο βλέπουμε τις τρεις Μοίρες, την Κλωθώ, τη Λάχεση και την Άτροπο, καθισμένες σε ένα σύννεφο να γνέθουν στον αργαλειό το «πανί της Αιωνίοτητος». Οι σκηνικές οδηγίες της πρώτης σκηνής δημιουργούν την εικόνα των τσιγγάνων, στην θέση όμως των ανθρώπων που δεν ριζώνουν πουθενά, βρίσκονται τώρα, οι αρχαίοι θεοί: «ατσίγγανοι» στα σύννεφα να καρφώνουν τα τσαντίρια τους, να αλυσοδένουν τα ζώα τους, να υπάρχει οχλοβοή, αναμμένες πελώριες φωτιές και γύρω τους θεοί που προσπαθούν να ζεσταθούν, ζώα να σαλεύουν ανήσυχα και να μουγκρίζουν, να ακούγονται σφυρίχτρες από μακριά. Ανάμεσα στους χαρακτήρες, εμφανίζονται οι «Ξωθιές», όπως τις χαρακτηρίζει ο συγγραφέας, ονομασία που σύμφωνα με τη λαική παράδοση δίνεται στις νεράιδες και τα ξωτικά. Στο τέλος υπάρχουν δυο τραγούδια «Το τραγούδι της Χαράς» και το «Τραγούδι της Αύρας».


[Το έργο εντοπίστηκε ψηφιοποιημένο στην Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Νεοελληνικών Σπουδών Ανέμη http://anemi.lib.uoc.gr/metadata/7/e/7/metadata-219-0000033.tkl (19/11/2014)]


© ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ, Α.Π.Θ.