Σωτήρης Σκίπης, Ο γύρος των Ωρών (Κείμενο)

Σωτήρης Σκίπης, Ο γύρος των Ωρών, Ονειρόδραμα σε πέντε μέρη και πρόλογο. 1903-1911, τυπογραφείο Peyriller, Rouchon et Gamon, Le Puy – En- Velay 1911.

 

Το έργο πραγματεύεται την ιστορία της Ηλιογέννητης και του Έσπερου με ένα μικρό ιντερμέδιο, όπως το χαρακτηρίζει ο συγγραφέας στις σημειώσεις του έργου, στο τρίτο μέρος. Το μύθο της ιστορίας των δύο νέων αναλαμβάνει να πει σαν παραμύθι, στον πρόλογο, ένας τσοπάνος. Πώς δηλαδή ο Αυγερινός, ο αδερφός της Πούλιας ερωτεύτηκε την κόρη του Ήλιου, την Ηλιογέννητη. Όμως αυτή αγαπάει τον αράπη, τον Έσπερο της Νύχτας, κι αυτή η αγάπη την φέρνει αντιμέτωπη με τις έντονες αντιρρήσεις του πατέρα της. Ο Ήλιος στήνει καρτέρι στους δύο νέους και καλεί σε μάχη τον Έσπερο. Ο Ήλιος πέφτει στο γκρεμό και η κόρη του τρέχει σαν τρελή να τον αναζητήσει. Το έργο ξεκινάει με τα ξωτικά της φύσης να ετοιμάζονται να υποδεχτούν στο βασίλειό τους τον Έσπερο και την Ηλιογέννητη προστατεύοντας έτσι τον έρωτά τους. Ο Νεροπαππούλης προστάζει όλα τα στοιχεία της φύσης να δημιουργήσουν την κατάλληλη ατμόσφαιρα για τους δύο ερωτευμένους. Έτσι όταν εμφανίζεται το ζευγάρι, όλοι μαζί σέρνουν τον ξωτικό χορό και ξεχνιούνται μέχρι που ξημερώνει. Η Ηλιογέννητη παραδομένη στον Έσπερο οδηγείται στο Νεραϊδόκαστρο μαζί με τις νεράιδες και τα ξωτικά, έχοντας όμως ένα κακό προαίσθημα. Ο Ήλιος καταφθάνει για να πάρει την κόρη του, όμως εκείνη και ο Έσπερος, του ζητάνε την ευχή του. Ο πατέρας αρνείται να συναινέσει σ’ αυτό τον γάμο και καλεί σε μονομαχία τον Έσπερο. Τρομαγμένη για την τροπή που θα πάρουν τα πράγματα, η Ηλιογέννητη καλεί τις Ώρες να την βοηθήσουν, ωστόσο ούτε κι αυτές καταφέρνουν να συνετίσουν τον Ήλιο. Κατά τη διάρκεια της μάχης, ο Ήλιος γλιστράει στο βάραθρο, η Ηλιογέννητη που παρακολουθεί τη μάχη πέφτει στο χείλος του γκρεμού και ο Έσπερος χάνεται μέσα στο δάσος. Το έργο τελειώνει με την αδερφή της Ηλιογέννητης, Κίρκη, η οποία έρχεται και κατ’ εντολή του Νεροπαππούλη μεταμορφώνει τους καλικάτζαρους σε Σάτυρους και Βακχίδες στεφανωμένους με κισσόφυλα.

 

* * *


Ο συγγραφέας συνδυάζει στο έργο χαρακτήρες από την ελληνική μυθολογία, όπως είναι ο Ήλιος, ο Έσπερος, η Κίρκη με στοιχειά της λαϊκής παράδοσης όπως είναι οι καλικάτζαροι, οι νεράιδες, τα ξωτικά, κ.ά. Η πρώτη σκηνή διαδραματίζεται σε ένα βουκολικό τοπίο με πηγές που αναβρύζουν κρυστάλλινο νερό, με έλατα, πεύκα, αγριόθαμνους, «βουνόδεντρα», θυμαράκια, παπαρούνες και αγριολούλουδα. Στη μέση ένας τσοπάνος, με το κοπάδι των προβάτων του, που βόσκουν με τα κουδούνια τους, καθαρίζει τη φλογέρα του και τραγουδά. Ο Σκίπης δίνει την ατμόσφαιρα της φύσης με ήχους και εξιδανικευμένες εικόνες. Τρίζουνε στα θάμνα τριζόνια και θρηνολογάει ο γκιώνης στα δεντροκλάδια μονότονα και θλιβερά. Φυσάνε λεπτά αγεράκια κι ανοιξιάτικες δροσούλες, που σιούνε τα δέντρα ανάλαφρα να ψιθυρίζουν γλυκά (σελ.23). Το ιντερμέδιο του έργου σχολιάζει τις παραδόσεις που θέλουν τις γυναίκες να περιμένουν από τις Μοίρες, μετά από θυσία, να τους πουν το μέλλον τους. Συγκεκριμένα στη σελίδα 103 οι γυναίκες πλησιάζουν την άκρη ενός ξερόβραχου απιθώνουν ένα πήλινο σκουτέλι που έχει σχήμα τρανού θυμιατηριού. Μουρμουρίζουν ξόρκια και το σκεπάζουν με ένα κόκκινο μαντήλι. Έπειτα στρέφουν προς τη σπηλιά όπου στέλνουν τα ξόρκια τους τραγουδιστά, για να τις επισκεφτούν οι Μοίρες και να τους πουν τι θα γίνει στη ζωή τους. Επίσης στο ιντερμέδιο αυτό εμφανίζονται ξυλοκόποι, κυνηγοί καθώς και οι φωνές από το τραγούδι των Αρματολών που ρίχνουν πότε πότε τουφεκιές (σελ 176-177).

 

(Το έργο εντοπίστηκε στην Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης και ψηφιοποιήθηκε από την ερευνητική ομάδα)


© ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ, Α.Π.Θ.