Σωτήρης Σκίπης, Η νύχτα της πρωτομαγιάς

Σωτήρης Σκίπης, Η νύχτα της πρωτομαγιάς, τρίπραχτο δράμα, έκδοση Σεραπίου, Αλεξάνδρεια 1909.

 

Ο Πολύδωρος επιστρέφοντας από τα ταξίδια του στη θάλασσα, βρίσκεται στο σπίτι του να συνομιλεί με τους νεκρούς γονείς του. Τον βασανίζει η ιδέα μήπως είναι και ο ίδιος νεκρός ή μήπως δεν έχουν πεθάνει οι γονείς του. Γεμάτος παράπονο για τη ζωή και τους ανθρώπους που δεν τον στήριξαν, ζητά από την μητέρα του την βοήθεια της για να κερδίσει την αγαπημένη του Σίβυλλα. Η μητέρα του αρνείται να τον βοηθήσει αποκαλύπτοντας του, εν τέλει, πως η Σίβυλλα είναι νεκρή και θαμμένη στο κατώι. Ο Πολύδωρος τρέχει μαζί με την γριά παραμάνα του, Βάγια, στο κατώι για να βρει το μνήμα της αγαπημένης του, παρά τις διαβεβαιώσεις της Βάγιας, πως η Σίβυλλα είναι ζωντανή. Βρίσκει μια πλάκα με το όνομά της και σκάβει με τα χέρια του τον τάφο της, αλλά δεν βρίσκει τίποτα. Η Βάγια προσπαθεί να τον πείσει πως η Σίβυλλα είναι ζωντανή και βρίσκεται στο νησάκι με τα «ζηλιοπέρβολα» για την πρωτομαγιά. Τον συμβουλεύει να μην περάσει την λιμνοθάλασσα για να την βρει γιατί στο πέρασμά της υπάρχει βάλτος με ένα βαθύ πηγάδι που έχει ρουφήξει πολλούς. Ο Πολύδωρος όμως, μόλις ακούει το τραγούδι της Σίβυλλας πέρα στο νησί ξεφεύγει από τα χέρια της Βάγιας και μπαίνει στη θάλασσα, όπου ο βάλτος τον παρασύρει και χάνεται στο βυθό του. Το έργο τελειώνει με το τραγούδι της Σίβυλλας, το οποίο εξιστορεί την ιστορία των δύο νέων και εκφράζει την ελπίδα να γυρίσει κάποτε κοντά της.

 

* * *


Το έργο, κρατάει σαν ατμόσφαιρα την παράδοση που θέλει την πρωτομαγιά σπαρμένη μάγια. Συμβαίνουν διάφορα μεταφυσικά γεγονότα που επιτρέπουν στους νεκρούς χαρακτήρες και στα μαρμάρινα αγάλματα του έργου να ζωντανεύουν. Ένα τέτοιο πλάσμα είναι ο γέροντας πατέρας του Πολύδωρου, που ενώ ξεκινάει πάνω από το μνήμα του σε μαρμάρινη στάση καταλήγει να σηκώνεται, να γονατίζει, να κάνει το σταυρό του και να προσεύχεται (σ. 45-46). Επίσης γίνεται λόγος από την Βάγια για ένα έθιμο της πρωτομαγιάς, το πλέξιμο του στεφανιού και το κρέμασμά του στην πόρτα. Τελετουργική – εθιμοτυπική χροιά έχουν πολλές σκηνές του έργου, όπως είναι το κράξιμο του κόκορα τρεις φορές και η διαδικασία της προετοιμασίας του νεκρού πριν την ταφή. «Ποιος σου στόλισε το μοσκοβολισμένο σου στήθος με λουλούδια και ποιος σου έδεσε τα μαύρα μαλλιά σου με νυφικιά, ολόασπρη κορδέλλα; Ποιος σε συνόδευσε στην τελευταία σου κλίνη και ποιος έκλαψε για σένα;» (σ. 52).


[Το έργο εντοπίστηκε ψηφιοποιημένο στον ιστότοπο της Ψηφιακής Βιβλιοθήκης ΑΠΘ http://invenio.lib.auth.gr/record/66706/files/arc-2007-25866.pdf (19/11/2014)]


© ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ, Α.Π.Θ.