Σ. Σκίπης, Αγιά Βαρβάρα

Σωτήρης Σκίπης, Αγιά Βαρβάρα, δράμα τετράπραχτο 1904, Imprimerie Peyriller, Le Puy – en – Velay 1909.

 

Χωριό που δεν κατονομάζεται. Πλάι στο τσαρδάκι του Καπετάν Φουντά, ένας απόμαχος υπαξιωματικός του «ευζωνικού», που έχει έναν γιο, τον Στέργιο. Αντίκρυ βρίσκεται το σπίτι του κυρ Διάστρου, ανυφαντής, που έχει τρεις κόρες, την Αναστασά, την Ρούσα και την Ντουντού (η μικρότερη, δωδεκάχρονη). Πολύ κοντά βρίσκεται το σπίτι του Πάτερ-Γερόθεου, που έχει μια κόρη τη Χρυσούλα. Ο καπετάν-Φουντάς μαλώνει το γιό του, γιατί τσακώθηκε άγρια με τον Πάτερ Γερόθεο. Όμως ο Στέργιος, που τον έχει κάνει ο παπάς ψάλτη, του εξηγεί, πως ο Πάτερ Γερόθεος του έκανε τη ζωή δύσκολη, από τότε που μαθεύτηκε πως αγαπά τη Χρυσούλα. Οι δύο νέοι σχεδίαζαν να κλεφτούν, επειδή ο πατέρας του κοριτσιού δεν θα τους έδινε ποτέ την ευχή του. Ο Αντρέας Πελεκητός είναι φίλος και συμπαραστάτης του Στέργιου στην αγάπη του για τη Χρυσούλα. Ο Στέργιος του εξομολογήθηκε το όνειρό του: του «φανερώθηκε» η Αγιά Βαρβάρα να του λέει πως η εκκλησιά της θα γκρεμιστεί και πρέπει να αναλάβει να της χτίσει μια καινούργια. Η μικρότερη κόρη του κυρ Διάστρου, η Ντουντού, φέρνει το μήνυμα για τη συνάντηση του Στέργιου με τη Χρυσούλα. Τα  κορίτσια Χρυσούλα, Αναστασά, Ρούσα και Ντουντού κάνουν παρέα. Πειράζονται και χωρατεύουν. Η Χρυσούλα έχει τη συμπαράσταση της Αναστασάς και η τελευταία αγαπά τον Αντρέα που δεν της έχει ακόμα εξομολογηθεί τα δικά του συναισθήματα. Συνάντηση στο περιβόλι Στέργιου-Χρυσούλας και Αναστασάς-Αντρέα που καταλήγει σε φιλήματα των ζευγαριών. Η δράση μετατοπίζεται στο «ανυφαντήρι» του κυρ Διάστρου. Τα κορίτσια και η μάνα τους υφαίνουν και τραγουδούν. Έρχεται και η Χρυσούλα, χωρατεύουν. Η μάνα μιλά για το γράμμα του πατέρα τους, που τους παραγγέλνει να ετοιμάσουν λίγα «μαντήλια και τσιμπέρια» και να του τα στείλουν. Η παρέα ζητά από την Χρυσούλα να διηγηθεί το «Τρίχινο Γεφύρι» μια λαϊκή θρησκευτική παράδοση για την Κόλαση και τον Παράδεισο. Η Χρυσούλα είναι στεναχωρημένη γιατί ο Στέργιος έχει μαζέψει μόνο δεκατρείς δραχμές για την εκκλησία. Ο Πάτερ Γερόθεος «γύρισε τα μυαλά» στους χωριανούς και δεν τον βοηθούν. Η Χρυσούλα φοβάται γιατί έχει κακό προαίσθημα και όταν έρχεται ο Στέργιος επιβεβαιώνει τους φόβους της. Ωστόσο, όλοι τον εμψυχώνουν κι εκείνος πέφτει σε έκσταση, παραληρεί, ένα «φως αληθινό» τον κυβερνά και η Χρυσούλα παραμένει θερμός συμπαραστάτης. Η δράση μετατοπίζεται ξανά στο «Ρουμάνι κοντά στον ποταμό». Ο Στέργιος κουρασμένος και αναμαλλιασμένος μονολογεί με τα «Στοιχειά του ρουμανιού» που τον συντρόφεψαν από παιδί και στη συνέχεια συνομιλεί με την Αγιά Βαρβάρα. Εμφανίζεται ο Αντρέας που του προτείνει να συνεργαστούν και ξεκινούν για την «Ώρια Σπηλιά». Τρεις ψαράδες σέρνουν την βάρκα τους, μιλούν για την ψαριά και σχολιάζουν επικριτικά το Στέργιο που «τούστριψε». Ξετυλίγουν τον ανεκπλήρωτο έρωτά του για τη Χρυσούλα. Στη συνέχεια ο Στέργιος βρίσκεται ξανά με τον Αντρέα και την Χρυσούλα. Ο βοριάς λυσομανά, το φεγγάρι ανατέλλει κόκκινο μέσα από τα σύννεφα. Η Χρυσούλα δείχνει αγέρωχη απέναντι στους δικούς της και πιστεύει ακράδαντα στη δύναμη του Στέργιου να υλοποιήσει το τάμα του. Ανταλλάσουν τρυφερά, ερωτικά λόγια. Η Χρυσούλα κρεμά το φυλαχτό της από τίμιο ξύλο στο λαιμό του Στέργιου και του δίνει κεντημένη από τα χέρια της την εικόνα της Αγίας Βαρβάρας. Ο Στέργιος φεύγει πάνω σε βάρκα και η Χρυσούλα ξεσπά σε δάκρυα. Μετατόπιση της δράσης έξω από την ετοιμόρροπη εκκλησιά της Αγίας Βαρβάρας, μελαγχολικό λαϊκό, «χαλασμένο», πανηγύρι. Οι πανηγυριώτες κατηγορούν τον Στέργιο ότι έκλεψε το κεμέρι, είκοσι χιλιάδες, από τον προεστό του χωριού. Ο Αντρέας υποστηρίζει την ακράδαντη αθωότητα του φίλου του. Εμφανίζεται η Χρυσούλα με την κυρά Διάστρενα και τα κορίτσια της. Η αγαπημένη του Στέργιου είναι τώρα απαρηγόρητη, κλαίει και σωριάζεται λιπόθυμη, ενώ η μάνα της η παπαδιά είναι δίπλα της. Οι πανηγυριώτισσες σχολιάζουν την κατάντια του φετινού πανηγυριού. Η εξασθενημένη Χρυσούλα ζητά να μπει μέσα στην εκκλησιά μόνη της. Η Αναστασά παρακινεί για χορό -τραγουδούν το γνωστό δημοτικό «Ας πατήσουμε κι ας πάη/ τέτοια γης που θα μας φάη»- σπάει μια μποτίλια, αναποδογυρίζει ένα τραπέζι, χαστουκίζει κι ένα πανηγυριώτη… Προβάλλει ο Στέργιος «γαληνός και γλυκόχαρος» και τους λέει πως θα χτιστεί η εκκλησία. Οι πανηγυριώτες τον λιθοβολούν σαν κλέφτη. Τρέχει προς την εκκλησιά για να σωθεί αλλά μια πέτρα τον βρίσκει στο κεφάλι. Πεθαίνει με τη φράση: «Η εκκλησιά σου στο αίμα θεμελιώθηκε». Την ίδια ώρα έρχεται ο προεστός και λέει πως βρέθηκαν τα χρήματά του. Ο καπετάν Φουντάς αγκαλιάζει το πτώμα του παιδιού του και σωριάζεται πάνω του. Η παλιά εκκλησιά γκρεμίζεται και στο βάθος προβάλλει ένα φάντασμα με το πρόσωπο της Χρυσούλας τυλιγμένο σε ματωμένο σάβανο. Αστράφτει μπουμπουνίζει, φυσάει και βρέχει.

 

* * *


Το τετράπραχτο δράμα, σε δημοτική γλώσσα, ξετυλίγεται σε πολλούς διαφορετικούς τόπους και η δράση οργανώνεται σε σκηνές γεμάτες μεταφυσικά και ρομαντικά χαρακτηριστικά. Ο κεντρικός χαρακτήρας, ο ερωτευμένος Στέργιος έχει και εδώ ένα μεγάλο όραμα, ένα τάμα, μια «Ιδέα», που κυβερνά τη ζωή του, όπως συμβαίνει στο Δαχτυλίδι της μάνας του Γ. Καμπύση, στον Πρωτομάστορα του Ν. Καζαντζάκη, στο Ανεχτίμητο του Π. Χορν. Το έργο επομένως διατρέχουν οι δυο κεντρικές αρτηρίες που ανιχνεύονται σε αρκετά εγχώρια δράματα της ίδιας περιόδου: η λαϊκή παράδοση (το τάμα) και οι νιτσεϊκές ιδέες, ειδικά εκείνη του «Υπερανθρώπου». Δύο άξονες που αγκαλιάζουν τον έρωτα και, ειδικά στο έργο του Σκίππη, έχουν συχνά θρησκευτικό ή μυστικιστικό χαρακτήρα. Το δράμα βρίθει από στοιχεία της λαϊκής παράδοσης, όπως οι χοροί, τα τραγούδια, οι λαϊκές δοξασίες και αφηγήσεις  -το «Τρίχινο Γιοφύρι», το «Στοιχειό του πηγαδιού», τα «Στοιχειά του Ρουμανιού», κ. ά.- συχνά με θρησκευτικό περιεχόμενο. Και δημιουργεί σκηνικές εικόνες που περιγράφουν το λαϊκό βίο: τα κορίτσια στη βρύση, τη χειρονακτική οικιακή εργασία που συνοδεύεται από αφήγηση ιστοριών, οι ψαράδες και οι βάρκες τους, το πανηγύρι, τα έθιμα, τα τάματα. Αξιοπρόσεχτος είναι ο ρόλος της κεντρικής ηρωίδας, δίπλα στον άντρα: δεν υποτάσσεται στη γνώμη των δικών της, εμψυχώνει τον αγαπημένο της στην κατάκτηση της «Ιδέας», γίνεται με τη θέλησή της συμπαραστάτης, αλλά εν τέλει και εδώ η γυναίκα θυσιάζεται μαζί όμως με τον αγωνιστή σύντροφό της.

 

[Το έργο εντοπίστηκε ψηφιοποιημένο στον ιστότοπο publiclibs.ypepth.gr από τη Βιβλιοθήκη Ζαγοράς (19/11/2014)]

 

© ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ, Α.Π.Θ.