Ιωάννης Πολέμης, Μια φορά κ' έναν καιρό

Ιωάννης Πολέμης, Μια φορά κ’ έναν καιρό, παραμυθόδραμα σε τέσσερα μέρη, Ι. Ν. Σιδέρης, Αθήνα χ.χ.

 

Ο βασιλιάς Μάλαμος και η βασίλισσα, που δεν κατονομάζεται, έχουν δυο δίδυμους γιους που μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό, ακόμα και οι γονείς τους δεν μπορούν να τους ξεχωρίσουν, τον Κλήμη και τον Φαίδρο. Ο πρώτος αποφασίζει να φύγει για ν’ αναζητήσει την πεντάμορφη κοπέλα που βλέπει στα όνειρά του εδώ κι ένα χρόνο και την έχει ερωτευθεί παράφορα. Στο όνειρο την βλέπει να κοιμάται πάνω σε ροδοπέταλα και άνθη  και η Μοίρα του λέει να ψάξει να τη βρει και να την ξυπνήσει για να γίνει δική του για πάντα. Παρά τη μεγάλη θλίψη του πατέρα και της μητέρας του, αποχαιρετά τους δικούς του και εκμυστηρεύεται την πραγματική επιδίωξη της φυγής του μόνο στον αδερφό του. Επίσης, ο Φαίδρος ζητά από τον Κλήμη να του υποσχεθεί, ότι αν δει το ένα από τα δυο κυπαρίσσια που φύτρωσαν στη γέννα τους και μεγαλώνουν μαζί, να γέρνει, τότε σημαίνει ότι κινδυνεύει και πρέπει να τρέξει να τον σώσει. Με τον Κλήμη θέλει να φύγει μαζί και ο Μάνθος, ένας γέροντας που έχει το βασιλόπουλο σαν παιδί του. Η δράση μετακινείται στο αρχοντικό του Αβροκόμη, όπου φτάνουν μέσα στη  νύχτα ο Κλήμης και ο Μάνθος και μια μάγισσα κάθεται μπροστά στα σκαλοπάτια του πύργου. Η Μάγισσα μιλά στον Κλήμη με λόγια περίεργα, του λέει για τη Μοίρα και του δείχνει ένα καθρεφτάκι. Μέσα σ’ αυτό ο Κλήμης βλέπει την πεντάμορφη που ονειρεύεται. Η Μάγισσα τον συμβουλεύει να τραγουδήσει με το λαγούτο του πίσω από τον πύργο και θα ανταμώσει την κόρη. Ο Κλήμης τραγουδά κι εμφανίζεται η Μάγδα η οποία γνωρίζει το τραγούδι, πριν το ακούσει από το στόμα του, γιατί κι εκείνη τον ξέρει από τα όνειρά της. Μαζί της είναι και η κυρά Καλή, η νένα της, γιατί η Μάγδα είναι ορφανή από μικρό κορίτσι. Οι δυο νέοι ομολογούν την αμοιβαία τους αγάπη και ο Κλήμης ζητά τη Μάγδα από τον πατέρα της, αφού πρώτα αποκαλύπτει ότι είναι γιος του ξακουστού βασιλιά Μάλαμου. Ο Αβροκόμης τους δίνει την ευχή του. Στο τρίτο μέρος επικρατεί αναστάτωση και μεγάλη θλίψη στον πύργο του Αβροκόμη, γιατί ο Κλήμης έχει φύγει εδώ και πέντε μέρες για κυνήγι και δεν έχει επιστρέψει. Η Μάγδα από τον καημό της δεν κοιμάται δεν τρώει και κινδυνεύει να πεθάνει. Ο Αβροκόμης έχει στείλει ανθρώπους να τον ψάξουν και φέρνουν τα κακά μαντάτα: στην περιοχή είχαν επιδρομή από «Απελάτες», οι οποίοι μάλλον τον κρατούν δέσμιο για να ζητήσουν λύτρα. Εμφανίζεται ο γέρο Μάνθος και θέλει να τρέξει εκείνος για να σώσει τον Κλήμη, ενώ η κυρά Καλή περιγράφει τη φρικτή κατάσταση της Μάγδας. Πάνω στην ώρα εμφανίζεται ο Φαίδρος που όλοι τον περνάνε για τον Κλήμη και ο Αβροκόμης τρέχει να ειδοποιήσει την Μάγδα. Όταν ο Φαίδρος μένει μόνος με τον Μάνθο του αποκαλύπτει την αληθινή του ταυτότητα, αλλά ο γέρος τον συμβουλεύει να συνεχίσει να παριστάνει τον Κλήμη για να σώσει τη Μάγδα. Πράγματι έτσι γίνεται, η Μάγδα πιστεύει το ψέμα και αποσύρονται στην «καμαρούλα» τους. Στο τελευταίο μέρος του δράματος, ο Κλήμης και ο Μάνθος εμφανίζονται στο χείλος ενός τρομερού γκρεμού. Οι Απελάτες τρόμαξαν τους εκατό του Φαίδρου και το έβαλαν στα πόδια. Έτσι ελευθερώθηκε ο Κλήμης και τώρα περιμένει τον αδερφό του. Ο Μάνθος του λέει για το Φαίδρο και τη Μάγδα και ο Κλήμης ζηλεύει θανατηφόρα. Σπρώχνει με λύσσα στο γκρεμό τον αδερφό του όταν του περιγράφει με απροκάλυπτο ενθουσιασμό τα κάλλη της Μάγδας. Δεύτερη εμφάνιση της Μάγισσας που συνομιλεί με αγωγιάτες. Ο Κλήμης νομίζει ότι ο Φαίδρος έχει σκοτωθεί, γυρίζει στην αγαπημένη του και τη δοκιμάζει για να μάθει τι έγινε εκείνο το βράδυ με το Φαίδρο. Όταν εν τέλει ο Κλήμης διαπιστώνει ότι ο αδερφός του, όχι μόνο δεν άγγιξε τη Μάγδα, αλλά έβαλε στη μέση του κρεβατιού το σπαθί του, καίγεται από τύψεις. Αλλά εκείνη τη στιγμή μπαίνει ο Φαίδρος που έχει σωθεί από θαύμα γιατί βρέθηκε ένας θάμνος στο γκρεμό και τον προστάτεψε. Η αλήθεια λάμπει και τα αδέρφια αγκαλιάζονται παρουσία της Μάγδας και του Αβροκόμη.

 

* * *


Ο Πολέμης χαρακτηρίζει το έργο του «Παραμυθόδραμα σε τέσσερα μέρη». Το έμμετρο δράμα, σε δημοτική γλώσσα, δηλώνει με τον τίτλο του την καταγωγή του από το παραμύθι και συμφύρει μοτίβα από διαφορετικές λαϊκές αφηγήσεις: το βασιλόπουλο που γυρεύει την τύχη του, η ωραία κοιμωμένη που κοιμάται πάνω σε ροδοπέταλα, η μάγισσα που συνδράμει στην εξέλιξη της δράσης, ο πύργος και η κάμαρα της βασιλοπούλας, κ. ά. Παράλληλα, το έργο αντλεί στη μορφή και στο περιεχόμενο, στοιχεία από το δημοτικό τραγούδι: τον ανομοιοκατάληκτο δημοτικοφανή στίχο και τις επίσης δημοτικοφανείς σύνθετες λέξεις, που ορίζουν μορφικά το δράμα, αλλά και το θεματικό μοτίβο με τα δύο αδέρφια που κινδυνεύουν να αλληλοσκοτωθούν για χάρη μιας γυναίκας και που μόνο ένα θαύμα οδηγεί στην αίσια έκβαση. Υπάρχει και μια τρίτη φλέβα που ανιχνεύεται στο κείμενο του Πολίτη: ένας αχνός απόηχος από τα έμμετρα κείμενα της κρητικής αναγέννησης, που διασταύρωσαν με εξαιρετική επιτυχία, την παράδοση με επώνυμα έργα της ιταλικής αναγέννησης. Πέρα από την παρουσία της Νένας, βοηθού και συμπαραστάτη της ορφανής ερωτευμένης βασιλοπούλας, το λαούτο του νέου που «γλυκοτραγουδεί» την αγάπη στο παραθύρι της αγαπημένης, ένας στίχος από το στόμα της Μάγισσας -«τα γέλια δάκρυα φέρνουνε» (σ. 44)- ανακαλεί ευθέως τον αντίστοιχο στίχο της Ερωφίλης, «τα γέλια με τα κλάματα...». Επίσης σημαντική παρουσία στο έργο έχουν τα όνειρα και η Μοίρα που ουσιαστικά καθοδηγούν τη ζωή των ανθρώπων, η τιμή και η πίστη της αφοσιωμένης γυναίκας, και άλλες βασικές συνιστώσες και δοξασίες των παραδοσιακότερων αντιλήψεων.

 

[Το έργο εντοπίστηκε ψηφιοποιημένο στον ιστότοπο publiclibs.ypepth.gr 14/11/2014)]

 

© ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ, Α.Π.Θ.