Πανάγος Μελισσιώτης, Χάιδω η λυγερή

Πανάγος Μελισσιώτης, Χάιδω η λυγερή, τυπογραφείο καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδου, Αθήνα 1893.


Κάπου στην Αράχωβα, ο Θύμιος, πατέρας της Χάιδως ετοιμάζεται να την παντρέψει με τον τσέλιγκα Αντριά, χήρο με τέσσερα παιδιά. Όμως η Χάιδω είναι ερωτευμένη με το γιο του Αντριά, το Νάκο. Ο Νάκος ζητάει από τον πατέρα του αλλά και από τον Θύμιο να αλλάξουν γνώμη και να του δώσουν για σύζυγο τη Χάιδω όμως αυτοί είναι ανένδοτοι. Ο Νάκος, σεβόμενος το λόγο του πατέρα του αποφασίζει να πάει στα βουνά, να γίνει κλέφτης για να πολεμήσει τους Τούρκους και να ξεχάσει την Χάιδω. Πέντε μήνες αργότερα, μετά από παρότρυνση του θείου του Θωμά, αποφασίζει να κλέψει τη Χάιδω. Οργανώνει ένα σχέδιο προκειμένου να στήσει λημέρι κοντά στην εκκλησία που θα γίνει ο γάμος και να πάρει με τη βία αν χρειαστεί την αγαπημένη του. Ο Αντριάς όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με τον γιο του έξω από την εκκλησία είναι έτοιμος να τον σκοτώσει. Όμως τελευταία στιγμή, τον συνεφέρνει η Γεώργαινα, θυμίζοντας του το προφητικό κακό όνειρο που είδε το προηγούμενο βράδυ καθώς και τα δικά του νιάτα. Μετανιωμένος για τις πράξεις του, δίνει την ευχή του στα παιδιά και τους στέλνει να παντρευτούν στην εκκλησία.

           

* * *


Έμμετρο τρίπρακτο δραματικό ειδύλλιο, σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο στίχο και δημοτική γλώσσα. Τα πρόσωπα που παίρνουν μέρος στη δράση είναι δεκατρία από τα οποία μόνο τρεις είναι γυναίκες. Οι σκηνές τοποθετούνται στην Αράχωβα και τα Άγραφα. Το έργο διαδραματίζεται σε βουκολικό τοπίο και η πρώτη σκηνή παρουσιάζει μια εικόνα της καθημερινής ζωής των ανθρώπων της υπαίθρου. Η κεντρική ηρωίδα Χάιδω κρατώντας ξύλινη κουτάλα «δέρει το γάλα», έχει να πήξει το γιαούρτι και το τυρί και ο πατέρας της τρέχει να φροντίσει τα πρόβατα. Συνηθισμένη τακτική των ανθρώπων της υπαίθρου είναι η προσθήκη επιθέτων που τους χαρακτηρίζουν, δίπλα στα ονόματά τους. Όλο το χωριό ξέρει την Χάιδω ως η Χάιδω η λυγερή, η Αραχωβιτοπούλα. Οι ερωτικές απογοητεύσεις της νεότερης γενιάς και η αυταρχική συμπεριφορά των γονιών τους συμβάλλουν στο να πυκνώσουν απροσδόκητα οι τάξεις των αγωνιστών της ελευθερίας. Η Χάιδω προκειμένου να μην χάσει τον Νάκο από κοντά της είναι έτοιμη να τον ακολουθήσει στο βίο των αρματολών και να φορέσει την χαρακτηριστική στολή. «Να μου φορέσης φέρμελη και άσπρη φουστανέλλα, και να μου ζώσης το σπαθί, να πάρω καρυοφύλλι, να ρίχνουμε κ’ οι δυο μαζί στα Τούρκικα τα στήθια» (σελ. 17). Πρόσωπο της παράδοσης μπορεί να θεωρηθεί και η προξενήτρα, ρόλο που αναλαμβάνει η θεία του Νάκου, Γεώργαινα, προκειμένου να πείσει τις δύο οικογένειες να δεχτούν τον γάμο των νέων. Η δεύτερη πράξη ξεκινά με μια παραλλαγή του δημοτικού τραγουδιού Των Κολοκοτρωναίων έτσι όπως καταγράφεται από τον Ν. Πολίτη, (βλ. Νικόλαος Γ. Πολίτης, Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού, Εκάτη, Αθήνα 2005, σ. 85), τροποποιημένο για να ταιριάζει περισσότερο με τον πόνο του Νάκου για την Χάιδω. Στην ίδια πράξη βρισκόμαστε αντιμέτωποι με σκηνές από την ζωή των κλεφτών. Η τρίτη πράξη αρχίζει με φόντο τη στάνη του Θύμιου και τον Γιώργο με ρουμελιώτικη ενδυμασία να «δέρει το γάλα». Στην τρίτη πράξη η Γεώργαινα ερμηνεύει το κακό όνειρο που είδε στον κυρ’ Αντριά προσπαθώντας να τον προφυλάξει για το κακό που πρόκειται να τον βρει. Η αυλαία κλείνει με όλα τα πρόσωπα να χορεύουν συρτό και να τραγουδάνε το τραγούδι «Στο 'πα περδικούλα μου».

 

[Το έργο εντοπίστηκε ψηφιοποιημένο στην Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Νεοελληνικών Σπουδών Ανέμη http://anemi.lib.uoc.gr/metadata/9/9/b/metadata-181-0000077.tkl (1/11/2014)]

© ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ, Α.Π.Θ.