Πανάγος Μελισσιώτης, Θυμιούλα η Γαλαξειδιώτισσα

Πανάγος Μελισσιώτης, Θυμιούλα η Γαλαξειδιώτισσα, ναυτικόν δραματικόν ειδύλλιον εις πράξεις πέντε, τυπογραφείον Α. Κτενά, Αθήνα 1896.


Ο Νικολός, δύο μέρες μετά τους αρραβώνες του με την Θυμιούλα αναγκάζεται να μπαρκάρει με το καράβι του πατέρα του, Κωνσταντή. Παρά τις έντονες ανησυχίες της Θυμιούλας για το ναυτικό βίο, ο Νικολός της υπόσχεται πως θα την θυμάται και θα της είναι πιστός. Δύο χρόνια αργότερα, και αφού η Θυμιούλα δεν έχει λάβει γράμμα του αγαπημένου της για έξι μήνες, βασανίζεται από ένα κακό προαίσθημα. Το βαπόρι εν τέλει έρχεται όμως απ’ αυτό κατεβαίνει μόνο ο Κωνσταντής, ντυμένος στα μαύρα εξιστορώντας πώς χάθηκε ο Νικολός. Εξηγεί πως κατά τη διάρκεια μιας θαλασσοταραχής, ενώ ο Νικολός καταριόταν το Θεό, ο πατέρας του τον συμβούλεψε να σταματήσει και να ρίξει στη θάλασσα ένα εικόνισμα. Το άλλο πρωί όταν η φουρτούνα είχε κοπάσει, δεν βρέθηκε κανένα ίχνος του Νικολού και όλοι υπέθεσαν πως πνίγηκε. Η Θυμιούλα επηρεασμένη από την απώλεια αρρωσταίνει και χάνει το μυαλό της, ώσπου εμφανίζεται ο Θύμιος φέρνοντας τα μαντάτα πως ο Νικολός είναι ζωντανός και η κόρη γιατρεύεται. Ο Νικολός επιστρέφει με άλλο βαπόρι και διηγείται πως έπεσε στη θάλασσα αλλά κατάφερε να σωθεί. Το έργο τελειώνει με δοξολογίες και ευχαριστίες στο Θεό.

           

* * *


Τα πρόσωπα που παίρνουν μέρος στη δράση είναι δεκατρία, αλλά μόνο τέσσερις είναι γυναίκες. Η σκηνή τοποθετείται στο Γαλαξίδι, τόπο γνωστό για το ναυτικό του βίο. Στον πρόλογο του έργου, ο Ν. Λάσκαρης ισχυρίζεται πως ο Μελισσιώτης αντλεί την ιστορία του από μια αληθινή είδηση που διάβασε σε εφημερίδα. Πρόκειται για την τραγική πορεία ενός Γαλαξειδιώτικου πλοίου στη Μαύρη θάλασσα, όπου μέσα σ’ αυτό υπήρχαν κάποιοι αρραβωνιασμένοι ναύτες. Ο Μελισσιώτης, σύμφωνα πάντα με τον Λάσκαρη, δραματοποιεί την ιστορία, αλλά χαρίζει ευτυχές φινάλε στο ζευγάρι. Το έργο αποπειράται να εικονογραφήσει τον βίο πολλών γενεών ναυτικών περιοχών. Αξιοπρόσεκτη σκηνή αποτελεί η κατάρα του πατέρα (τρίτη πράξη, τρίτη σκηνή, σελ.54). Στο μονόλογό του ο Κωνσταντής ουσιαστικά περιγράφει τη δύσκολη ναυτική ζωή και τα προβλήματα των οικογενειών που μένουν πίσω. Κυρίαρχο θεματικό μοτίβο είναι ο έρωτας που διαπλέκεται με τη θρησκευτικότητα η οποία αποσκοπεί να καταλαγιάσει την αγωνία που προκαλούν οι τρικυμίες της θάλασσας. Ο Κωνσταντής προκειμένου να σταματήσει η θαλασσοταραχή, συμβουλεύει τον γιο του να ρίξει ένα εικόνισμα στη θάλασσα. Επιμέρους εικόνες που συνδέονται με παραδοσιακές αντιλήψεις είναι, το πένθος που επιβάλει στο Νικολό μαύρη ενδυμασία και η χαρτομαντεία για να μάθουν την τύχη του Νικολού (η Κυρά Γεώργαινα ρίχνει πασιέντζες στη Θυμιούλα (δεύτερη πράξη, πρώτη σκηνή).

 

[Το έργο εντοπίστηκε ψηφιοποιημένο στην Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Νεοελληνικών Σπουδών Ανέμη http://anemi.lib.uoc.gr/metadata/a/6/5/metadata-141-0000242.tkl (1/11/2014)]

 

© ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ, Α.Π.Θ.