Μιλτιάδης Μαλακάσης, Η κυρά του πύργου

Μιλτιάδης Μαλακάσης, «Η κυρά του πύργου. Δράμα», Παναθήναια, 29/2/1904, σελ. 289-296.

 

Η ιδιόρρυθμη κατάσταση στην οποία βρίσκεται τον τελευταίο καιρό η κυρά του πύργου σχολιάζεται έντονα από το Χορό των γυναικών. Το γεγονός πως η κυρά του πύργου έδιωξε όλους όσους ζούσαν και εργάζονταν για χρόνια μέσα στον πύργο, σε συνδυασμό με την αλλόκοτη συμπεριφορά της, κάνει τις γυναίκες να αναρωτιούνται τί πραγματικά της συμβαίνει. Ένα φάντασμα που παρουσιάζεται ως το Πνεύμα της νιότης και της ομορφιάς, κάνει την εμφάνισή του μπροστά στην κυρά καλώντας την να το ακολουθήσει. Η γυναίκα αρνείται τις παροτρύνσεις του φαντάσματος και του ζητά επανειλημμένως να φύγει. Οι γυναίκες του Χορού βλέποντας την κυρά να μιλάει μόνη της, να συνομιλεί και να περιτριγυρίζεται από φαντάσματα, αποφασίζουν να βάλουν φωτιά στον πύργο προκειμένου να σπάσουν την κατάρα. Η κυρά του πύργου ανεβασμένη στην ταράτσα, φορώντας ένα άσπρο φόρεμα και στολισμένη με λουλούδια περιμένει να «ελευθερωθεί» καθώς ο πύργος φλέγεται, αγνοώντας το κάλεσμα του φαντάσματος (επίγεια ζωή) να πέσει στην αγκαλιά του.

 

* * *


Πρόκειται για ένα έμμετρο δράμα που χωρίζεται σε τέσσερις σκηνές. Φέρει πολύ έντονα στοιχεία παραμυθοδράματος και έχει έντονα ποιητική διάθεση. Βλέπουμε πως δίπλα από τον πραγματικό κόσμο ενός χωριού εμφανίζεται ένας στοιχειωμένος από φαντάσματα παλιός πύργος. Τα πρόσωπα του έργου είναι η κυρά του πύργου, ο Χορός γυναικών και το Φάντασμα. Οι γυναίκες του χωριού τρομάζουν από την παράξενη συμπεριφορά της κυράς του πύργου, την οποία κάποια στιγμή χαρακτηρίζουν ως Νεράιδα και αποφασίζουν πως προκειμένου να γλιτώσουν και «να ξαλαφρωθεί ο τόπος», πρέπει να σπάσουν την κατάρα και να την κάψουν. Οι περιγραφές που δίνουν οι γυναίκες για την κυρά του πύργου στην πρώτη σκηνή είναι χαρακτηριστικές της ονειρικής και αλλοπαρμένης κατάστασης μιας σαιξπηρικής Οφηλίας:

«καλέ είνε σίγουρα τρελλή, το ξέρουν όλοι
Μέρα και νύχτα το περνά στο περιβόλι
Και να τη δης ακόμα πως στολίζεται.
Φορεί λογιώ λογιώνε τα λουλούδια,
Και σκύβει στα νερά και καθρεφτίζεται
Και λέει κάτι παράξενα τραγούδια.
Και λεν’ ακόμα πως μιλεί και μοναχή της

Τη νύχτα, λένε, ακούνε τη φωνή της
Μέσα σε μιαν οχλοβοή, σε μιαν αντάρα,
Γιατί, μαθές, και τα σκυλιά που τη γροικούνε
Ουρλιάζουνε κι αυτά και ξεφωνούνε»

καθώς και ο διάλογος του Φαντάσματος και της κυράς του πύργου που φτιάχνει ο συγγραφέας στη δεύτερη και τέταρτη σκηνή. Πρόκειται για μια νεο-ρομαντική ηρωίδα που αποφασιστικά επιλέγει τη λύτρωση μέσα από το θάνατο ακολουθώντας το πεπρωμένο.

[Το έργο εντοπίστηκε ψηφιοποιημένο στον ιστότοπο της Ψηφιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων http://catalog.parliament.gr/hipres/help/null/horizon/microfilms.htm (2/11/2014)]

 

© ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ, Α.Π.Θ.