Μίλτος Κουντουράς, Το μπαλσαμωμένο αγώρι

Μίλτος Κουντουράς, «Το μπαλσαμωμένο αγώρι», σε συνέχειες στο Νουμά, τχ. 471, τμ. 10, 17/3/1912, σ. 161-164, τχ. 472, σ. 181-184.

 

Σε ένα δωμάτιο βρίσκεται νεκρό ένα αγόρι. Είναι βαλσαμωμένο γιατί οι γονείς του, ο Μάνος και ιδιαίτερα η μητέρα του η Γιούλια, αλλά και ο γέρο παππούς, δεν αντέχουν στην ιδέα ότι το παιδί έχει πεθάνει. Οι υπηρέτες, ο Κώστας και η Τασούλα, σχολιάζουν ότι από τη στιγμή που τα αφεντικά γκρέμισαν το παλιό σπίτι και έχτισαν καινούργιο, είναι σαν να τους κυνηγάει μια κατάρα και ότι το παιδί πέθανε από τότε που το καναρίνι χάθηκε στα νύχια της γάτας. Περιγράφουν συγκεκριμένα περιστατικά και κυρίως την προφητεία μιας γύφτισσας. Όταν έρχεται η Γιούλια και αντιλαμβάνεται ότι το παιδί της είναι νεκρό, τρελαίνεται και ζητάει από τον άντρα της να της πει μια ιστορία. Όλοι στο σπίτι φαίνεται να βρίσκονται σε μια κατάσταση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, ώσπου φωνές από το δρόμο ειδοποιούν ότι το σπίτι έχει πιάσει φωτιά. Οι πυροσβέστες προσπαθούν να τους σώσουν, η Γιούλια βγαίνει τρέχοντας από το σπίτι και ο άντρας της την κυνηγά για να την προστατέψει. Το έργο τελειώνει με την περιγραφή του Κώστα και της Τασούλας, που βλέπουν από μακριά την κυρία, είναι σαν να βρίσκεται μπροστά στο γκρεμό και χάνεται. Οι πυροσβέστες αγωνίζονται να σώσουν τους υπηρέτες, η στέγη γκρεμίζεται και το σπίτι τυλίγεται στις φλόγες.

 

* * *


Ο Κουντουράς αφιερώνει το έργο του στην αδερφή του Ευαγγελινή και στην «λευκή ψυχούλα του Νίκου της» και το υπογράφει τον Αύγουστο του 1910. Το δράμα είναι μονόπρακτο, γραμμένο σε πρόζα και δημοτική γλώσσα, και στη δράση παίρνουν μέρος τέσσερα πρόσωπα. Υπάρχει επίσης ένα βουβό πρόσωπο, ο γέρο παππούς, ενώ ακούγονται οι φωνές του δρόμου. Ανακαλεί θεματικά μοτίβα από λαϊκά παραμύθια, με κεντρικό εκείνο του μαγεμένου – κοιμώμενου βασιλόπουλου, στο πρόσωπο του βαλσαμωμένου παιδιού και στο τελετουργικό που περιγράφεται. Οι χαρακτήρες αιωρούνται μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας και η ατμόσφαιρα που δημιουργείται (φωτιά, βροντές, το τρελό γέλιο μέσα στην καταιγίδα, ο υπαινικτικός λόγος) είναι εγγύτερα στο Συμβολισμό και τον Αισθητισμό παρά στην λαϊκή παράδοση. Εξάλλου, ο Κουντουράς κατηγορήθηκε κατ’ επανάληψη ότι εισάγει καινά δαιμόνια και περιφρονεί την ελληνική παράδοση. Ωστόσο, μερικά σημεία του έργου αντικατοπτρίζουν παραδοσιακές αντιλήψεις, δεισιδαιμονίες και προλήψεις: η προφητεία της τσιγγάνας, η μαύρη γάτα, το γκρέμισμα του σπιτιού και τα στοιχειά, τα χαρτιά που προλέγουν το κακό που θα συμβεί, το δάγκωμα της γλώσσας για να ξορκίσουν τα πρόσωπα το κακό.

 

[Το έργο εντοπίστηκε ψηφιοποιημένο στον ιστότοπο http://kosmopolis.lis.upatras.gr (3/7/2015)]

 

© ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ, Α.Π.Θ.