Μίλτος Κουντουράς, Ο άρρωστος

Μίλτος Κουντουράς, Ο άρρωστος, ονειρόδραμα σε μία πράξη, Π. Δ. Σακελλάριου, Αθήνα 1911.

 

Το έργο τοποθετείται στη σύγχρονη εποχή, στο σπίτι του Λαέρτη. Ο οικοδεσπότης είναι πολύ ταραγμένος μετά από μια παράσταση των Βρυκολάκων που έχει παρακολουθήσει και προσπαθεί να περιγράψει στο γιατρό τους φόβους του. Μιλάει λοιπόν για την αρρώστια που φαίνεται να έχει η κόρη του και που ο ίδιος πιστεύει ότι οφείλεται σε δικές του παρελθοντικές αμαρτίες. Αναφέρεται στην ακόλαστη ζωή του ίδιου και της γυναίκας του, που ήταν πόρνη, πριν αποκτήσουν την κόρη τους. Διηγείται την ιστορία του γειτονικού του σπιτιού, που κάηκε από τα ανομήματα των ιδιοκτητών του, γεγονός που τον επηρέασε και εξακολουθεί να τον επηρεάζει πολύ, ενώ παράλληλα ενισχύει την άποψή του, πως τα κρίματα του παρελθόντος κάποια στιγμή τιμωρούνται. Στη συζήτηση Λαέρτη και γιατρού αποκαλύπτεται, χωρίς να ομολογείται ρητά, πως ο πατέρας έχει αιμομικτικές επιθυμίες για την κόρη του, αλλά κι εκείνη φαίνεται να ανταποκρίνεται με κάποια ανεπαίσθητα καμώματα, και όλα αυτά γεμίζουν απόγνωση τον Λαέρτη. Όταν ο γιατρός αποτυγχάνει να τον ηρεμήσει, διαπιστώνει ότι στο σπίτι αυτό υπάρχει πολλή «σαπίλα». Και αποχωρεί με την υπόσχεση να επιστρέψει την επομένη και να δει από κοντά και την κόρη. Ο Λαέρτης αποκαμωμένος από την αγωνία και τις αλλόκοτες σκέψεις σωριάζεται στον καναπέ, η σκηνή σκοτεινιάζει και η αυλαία πέφτει. Στο επόμενο μέρος του δράματος η σκηνή έχει πλημμυρίσει με φως, για να διαπιστωθεί εκ των υστέρων στην τρίτη ενότητα του κειμένου, ότι πρόκειται για ένα όνειρο του Λαέρτη. Κατά τη διάρκεια του ονείρου, στο δωμάτιο μπαίνει ορμητικά η κόρη του, η δεκαεφτάχρονη Αυγή, μισόγυμνη, με άσπρο νυχτικό και ξεπλεγμένα μαλλιά και συμπεριφέρεται άσεμνα, λάγνα, αφήνει ερωτικά υπονοούμενα στον πατέρα της και του αποσπά ένα παθιασμένο φιλί στα χείλη. Του ζητά επίσης να διώξει την Ελένη και να κρατήσει μόνο τον Γιάννη. Πρόκειται για τους δυο υπηρέτες που κοιμούνται κρυφά μαζί τα βράδια και ανάβουν τη φαντασία της Αυγής. Η κόρη ζητά απεγνωσμένα κι άλλο φιλί απ’ τον πατέρα της κι εκείνος  έντρομος φωνάζει την Ελένη να την προσέχει μέχρι να καλέσει το γιατρό. Η Αυγή αρχικά επιτίθεται στην υπηρέτρια κατηγορώντας την ότι θέλει να της πάρει τον πατέρα της, αλλά στη συνέχεια απευθύνει και στην Ελένη ερωτικό κάλεσμα. Σε λίγο η διάγνωση του γιατρού είναι: «έκφυλη ως τα κόκκαλα»! Η Αυγή κατηγορεί την Ελένη και ο Λαέρτης διώχνει την υπηρέτρια από το σπίτι. Η κόρη επιτίθεται ερωτικά και στο γιατρό και καταφέρνει να αποσπάσει και από κείνον ένα παθιασμένο φιλί. Αυτή η εικόνα σοκάρει τον πατέρα που διώχνει κακήν κακώς το γιατρό από το σπίτι. Η Αυγή στο αποκορύφωμα της ερωτικής-σαρκικής παραζάλης ρίχνεται και στον υπηρέτη τον Γιάννη, ενώ σε λίγο αποκαλύπτει ότι είναι αδέλφια, από την ίδια μάνα και διαφορετικό πατέρα. Ο Λαέρτης κυνηγά έξω από τη σκηνή, και σκοτώνει το Γιάννη. Η Αυγή πηγαίνει και φιλά τα παγωμένα του χείλη. Στη συνέχεια απευθύνει «λάγνα» προσευχή στο Χριστό, ο Λαέρτης αναγνωρίζει ότι η κόρη του πληρώνει τις αμαρτίες των γονέων της και αποπειράται να δώσει τέλος στα βάσανά της με ένα πιστόλι, αλλά δεν τα καταφέρνει. Νέο ερωτικό παραλήρημα της Αυγής για τον πατέρα της που εν τέλει παραδίνεται στην «ηδυπάθεια», «χώνει το κεφάλι του μες τα γυμνά τα στήθια της» και πέφτει γρήγορα η αυλαία. Η τελευταία ενότητα του δράματος παρουσιάζει το Λαέρτη να κοιμάται στον καναπέ, όπως ακριβώς τέλειωνε το πρώτο μέρος, πριν από το όνειρο. Μπαίνει η Αυγή και όταν σκύβει να διορθώσει το κεφάλι του κοιμισμένου πατέρα της, εκείνος υπό την επήρεια ακόμα του ονείρου, την σφίγγει από τη μέση και «τηνε φιλά μες τα στήθια δυνατά». Στην προσπάθεια της Αυγής να ξεφύγει κυλιούνται αγκαλιασμένοι στο πάτωμα. Την ώρα εκείνη εισβάλλει ο γιατρός για να διαπιστώσει τη «σαπίλα». Ο Λαέρτης ξυπνά, αρχικά δεν καταλαβαίνει, τί έχει συμβεί στον ύπνο του και τί στον ξύπνιο του, στο τέλος αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και απελπισμένος αυτοκτονεί με το πιστόλι του, εκτός σκηνής. Ο γιατρός διαπιστώνει ότι σκοτώθηκε ο «άρρωστος».

 

* * *


Το αντίτυπο της Βιβλιοθήκης του ΑΠΘ φέρει ιδιόχειρη αφιέρωση του Κουντουρά προς τον «σεβαστό» του καθηγητή Ν. Πολίτη, 23 Ιουνίου 1911. Στο οπισθόφυλλο σημειώνεται ότι εκδόθηκε τους δυο τελευταίους μήνες του 1910, ενώ στο τέλος του κειμένου βρίσκεται η σημείωση «Σκόπελος (Μυτιλήνης), 12-20 Ιουλίου 1909». Το έργο χαρακτηρίζεται «Ονειρόδραμα σε μία πράξη», αλλά χωρίζεται σε τρεις ενότητες με τους χαρακτηριστικούς τίτλους: «Το καμμένο σπίτι», «Ονείρου Οργίασμα»,  «Ο άρρωστος». Πέντε πρόσωπα, από τα οποία δύο γυναίκες, παίρνουν μέρος στη δράση. Η σχέση με τα έργα των μεγάλων Σκανδιναβών, Ίψεν και Στρίντμπεργκ –Βρυκόλακες, Ονειρόδραμα, Ο πατέρας– είναι ολοφάνερη: ο πατέρας και η κληρονομική νόσος, οι αιμομικτικές διαθέσεις, η αλλοπαρμένη εμφάνιση της Αυγής (γυμνά μπράτσα, ξεπλεγμένα μαλλιά, ξυπόλητη, μισόγυμνη), η κατάσταση της τρέλας, το ονειρικό στοιχείο που καλύπτει όλη τη δεύτερη ενότητα, κ. ά. Αυτή η στενή σύνδεση με τα βόρειο-ευρωπαϊκά έργα περιορίζει δραστικά τη σχέση με την εγχώρια παράδοση. Ωστόσο, υποβόσκουν τα λαϊκά παραμύθια που επεξεργάζονται αιμομικτικά μοτίβα, όπως είναι η γυναίκα που αγαπούσε τα φίδια, αλλά και η αφιέρωση του συγγραφέα, στον πατέρα της εγχώριας Λαογραφίας,  δείχνει προς αυτή την κατεύθυνση.  Ως υλικό που αντλεί από την παράδοση μπορούμε να αντιληφθούμε και μερικά επιμέρους στοιχεία, όπως τις δεισιδαιμονίες και τις προλήψεις: η κατάρα του γέρου της ιστορίας, η οποία «πιάνει», στην πρώτη ενότητα, η προσευχή της Αυγούλας στη δεύτερη ενότητα, καθώς και τα προαισθήματα που κατακλύζουν το έργο.

 

[Το έργο εντοπίστηκε ψηφιοποιημένο στον ιστότοπο της Ψηφιακής Βιβλιοθήκης του ΑΠΘ http://search.lib.auth.gr/Record/psifiothiki-136460 (3/7/2015)]

 

© ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ, Α.Π.Θ.