Δημήτριος Κορομηλάς, Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας [Κείμενο]

Δημήτριος Κορομηλάς, Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας, έμμετρον δραματικόν ειδύλλιον μετ' ασμάτων εις πράξεις πέντε, τυπογραφείο Ν. Γ. Κεφαλίδου, Κωνσταντινούπολη 1900.


Γύρω στα 1890 στο χωριό Αρτοτίνα, η νεαρή Κρουστάλλω είναι ερωτευμένη με τον Λιάκο, «μπιστικό» (=παραγιό)  του τσοπάνη Γκέρλα. Καθώς περιμένει τον αγαπημένο της να γυρίσει, μαθαίνει πως έπεσε στο ποτάμι μαζί με δεκατρία πρόβατα, ωστόσο τον έσωσε τελευταία στιγμή ο Μήτρος. Η κυρά Στάθαινα γνωρίζοντας τον έρωτα της κόρης της με τον φτωχό Λιάκο, βιάζεται να την παντρέψει με τον πλούσιο αρχιτσέλιγγα Μήτρο. Ο Μήτρος αρνείται να παντρευτεί γιατί όλα αυτά τα χρόνια ψάχνει από χωριό σε χωριό, την Μάρω του, την πρώτη του αγάπη. Η Στάθαινα στην προσπάθειά της να τον πείσει να παντρευτεί την κόρη της, ανακαλύπτει πως αυτή η ίδια είναι η Μάρω του και πως ο Μήτρος είναι ο πρώτος της έρωτας. Αποφασισμένη να παντρέψει την κόρη της, θυσιάζει την προσωπική της ευτυχία και όχι μόνο δεν αποκαλύπτει στον Μήτρο την ταυτότητά της αλλά αντιθέτως του λέει πως η Μάρω του έχει πεθάνει. Ο Λιάκος προσπαθεί να αποτρέψει αυτό το γάμο και επιτίθεται στον Μήτρο, παρότι ήταν αυτός που του έσωσε τη ζωή. Η αχαριστία και ο θυμός που έδειξε ο Λιάκος πεισμώνουν τον Μήτρο, ο οποίος αποφασίζει να παντρευτεί άμεσα την Κρουστάλλω παρά τη θέλησή της. Η Γιάνναινα, μητέρα του Λιάκου φοβούμενη μην σκοτωθεί ο γιος της από το μαράζι του, προσπαθεί μάταια να πείσει την Στάθαινα να μην επιτρέψει να γίνει ο γάμος. Η Στάθαινα εν τέλει μη μπορώντας άλλο να αντισταθεί στο νεανικό της έρωτα αποκαλύπτει στον Μήτρο λίγο πριν γίνει ο γάμος πως αυτή είναι η αγαπημένη του. Η Στάθαινα και ο Μήτρος δίνουν την ευχή τους στο ζευγάρι των νέων και όλοι μαζί γιορτάζουν και τραγουδούν για τους δύο γάμους.

 

* * *


Τα πρόσωπα που παίρνουν μέρος στη δράση είναι είκοσι επτά από τα οποία τα δέκα είναι γυναίκες. Η σκηνή τοποθετείται στο χωριό Αρτοτίνα. Αξιοσημείωτη είναι η πληροφορία πως, για την συγγραφή του έργου ο Κορομηλάς, χρειάστηκε να πάει για ένα χρόνο στην επαρχία, στα χωριά της Ρούμελης, για να συγκεντρώσει λαογραφικό υλικό και δημοτικά τραγούδια. Είναι εμπνευσμένο από το ποίημα του Γ. Ζαλοκώστα, Το φίλημα [Μια βοσκοπούλα αγάπησα].Το έργο διαδραματίζεται σε βουκολικό τοπίο και οι χαρακτήρες σκιαγραφούνται με βάση το πως αντιλαμβάνεται ο Κορομηλάς τα πρόσωπα της υπαίθρου. Με την έναρξη του έργου παρουσιάζεται μια κλασική εικόνα του αγροτικού βίου. Οι γυναίκες βρίσκονται γύρω από τη βρύση του χωριού και τραγουδούν. Στη συνέχεια η Γιάνναινα μοιράζεται με τις υπόλοιπες γυναίκες το κακό όνειρο που είδε για τον γιο της που μοιάζει πολύ περισσότερο με παραμύθι για νεράιδες. Χαρακτηριστικά είναι επίσης τα ονόματα των γυναικών τα οποία σύμφωνα με την εθιμοτυπία της υπαίθρου μεταβάλλονται ανάλογα με το όνομα του συζύγου τους (όπως η Στάθαινα, η Γιάνναινα). Έντονες είναι επίσης οι ταξικές διαφορές που όπως φαίνεται καθορίζουν τη ζωή των προσώπων. Η οικονομική δυσχέρεια του Λιάκου δεν του επιτρέπει να διεκδικήσει τη γυναίκα που αγαπά. Αντίστοιχα, ο πλούσιος Καρπενησιώτης αρχιτσέλιγγας εμφανίζεται ως άξιος να γίνει γαμπρός της Στάθαινας. Στο έργο περιγράφονται παραδοσιακές συμπεριφορές ή νοοτροπίες, όπως του τάματος (η Στάθαινα στην πρώτη πράξη οδηγείται στον εκκλησία αφού έκανε τάμα δύο κεριά στον άγιο για να κάνει καλά την κόρη της) και του προξενιού (η Αγγέλω φέρνει το προξενιό από τον Λιάκο για την κόρη της Στάθαινας, Κρουστάλλω). Ο ήχος της φλογέρας του τσέλιγκα, τα νταούλια από τα πανηγύρια στα καπηλειά και τα δημοτικά ή δημοτικοφανή τραγούδια οργανώνουν ένα περιβάλλον που επιδιώκει να ταυτιστεί με τον παραδοσιακό τρόπο ζωής.

 

(Το έργο εντοπίστηκε στην Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης και ψηφιοποιήθηκε από την ερευνητική ομάδα)

 

© ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ, Α.Π.Θ.