Γιάννης Καμπύσης, Το δαχτυλίδι της μάνας

Γιάννης Καμπύσης, Το δαχτυλίδι της μάνας, τυπογραφείο της «Εστίας» των Κ. Μαισνερ και Ν. Καργαδουρης, Αθήνα 1898.

 

Άγριος χειμώνας, νύχτα. Σε ένα πολύ φτωχικό σπίτι βρίσκεται ο εικοσιπεντάχρονος ξανθός Γιαννάκης, άρρωστος, κάθεται κοντά στη φωτιά και κουβεντιάζει με την περίπου πενηντάχρονη μάνα του την Ζαχαρούλα. Ο Γιαννάκης νοσταλγεί την πατρίδα τους, κοντά στα ψηλά βουνά, απ’ όπου αναγκάστηκαν να φύγουν, γιατί έγραψε ποιήματα που ενόχλησαν τους Τούρκους και τώρα ζούνε στον κάμπο και στη μαύρη φτώχεια. Περιμένουν τον μικρότερο αδερφό, τον Σωτηράκη να φέρει κανένα ξεροκόμματο, παραμονή Χριστουγέννων. Τους επισκέπτεται η Κυριάκενα, συνομήλικη της Ζαχαρούλας που έχει κόρη δεκαεφτά χρονών, την Ερωφίλη, την οποία αγαπάει κρυφά ο Γιαννάκης. Η Ζαχαρούλα κανονίζει με την Κυριάκενα να πουλήσει ένα «αξετίμητο» δαχτυλίδι με διαμαντόπετρες, οικογενειακό κειμήλιο, για να προσφέρει κάτι περισσότερο στο άρρωστο παιδί της. Ο Γιαννάκης όμως λέει ότι θα πεθάνει και εύχεται να γίνει αυτό πάνω στην ποδιά της Ερωφίλης. Η μάνα του τον μαλώνει που έχει χάσει τις ελπίδες του και του λέει ότι αυτός είναι ο «γιος που άρπαξε το μαγνάδι της Νεράηδας και την κέρδισε». Ο Σωτήρης φέρνει τα ελάχιστα αγαθά (ένα κομμάτι ψωμί και λίγες δεκάρες για λίγο γάλα) και η οικογένεια προσπαθεί να τα μοιραστεί. Ο Γιαννάκης ζητά να «κόψουνε την κουλούρα» το έθιμο των Χριστουγέννων που έλεγε τη «μοίρα». Τοποθετούν στη θέση της κουλούρας το ελάχιστο ψωμί και το υποτιθέμενο φλουρί πέφτει στο κομμάτι που έχουν μελετήσει για την Ερωφίλη. Ο Γιαννάκης ζητά από τον αδελφό του να τραγουδήσει τα κάλαντα, κι έπειτα ζητά από τη μάνα του να πει ένα παραμύθι. Εκείνη τους λέει την ιστορία του δαχτυλιδιού, που ανήκε στη δική της μάνα με το γνωστό παραμυθιακό μοτίβο. Όταν τη μοίραναν οι Μοίρες της χάρισαν το δαχτυλίδι με τις εφτά διαμαντόπετρες, αλλά η τρίτη Μοίρα είπε: «Μα όποιος τη δόξα του αρνηθεί και πάει ναν το ξεκάμει Να’ ρθεί η Νεράιδα του βουνού και πίσω ναν το πάρει!». Η Ζαχαρούλα βγάζει το μαντήλι που έχει κρυμμένο το δαχτυλίδι για να σκουπίσει τα μάτια της και της πέφτει το δαχτυλίδι χωρίς να  το καταλάβει. Συνεχίζει την αφήγηση και μαθαίνουμε πως το δαχτυλίδι έσωσε πολλές φορές την οικογένεια: από τους Τούρκους, από σεισμό, κ. ά. Ο Γιαννάκης λέει ότι από μικρός ευχότανε να έρθει η Νεράιδα του Βουνού για να πάρει το δαχτυλίδι κι έτσι να καταφέρει να την πιάσει. Ο Σωτήρης ρωτά αν υπάρχουν Νεράιδες και ο Γιαννάκης του λέει ότι τις έχει δει πολλές φορές, αλλά δεν έχει φτάσει στην απάτητη κορφή όπου είναι το παλάτι της Νεράιδας του Βουνού. Η μάνα τους διηγείται ένα ακόμα παραμύθι για την νεράιδα της Ομορφιάς και ο Γιαννάκης αποκοιμάται. Η Ζαχαρούλα φεύγει για την εκκλησία, όπου θα βρει τη γυναίκα που θα αγοράσει το δαχτυλίδι και ζητά από τον Σωτήρη να προσέχει τον αδερφό του που κοιμάται.
Ένα σύννεφο απλώνεται και αρχίζει μια σκηνή όπου ο Γιαννάκης τρέχει στα χωράφια και ζητά να βρει τη Νεράιδα του Βουνού. Μια γριά τον στέλνει να βρει την αδερφή της, που «παίζει το χρυσόμηλο», για να του δείξει το δρόμο. Μετά από διάφορες δοκιμασίες -γνωστά παραμυθιακά μοτίβα- ο Γιαννάκης συναντά τη Νεράιδα του Βουνού, που την κρατά δική του, παρά τις μεταμορφώσεις της σε σκύλο, σε φίδι, σε φωτιά… Της ζητά να τον πάει στην κορυφή την απάτητη, εκείνη του λέει ότι δεν θα μπορέσει να ατενίσει τον ήλιο, γιατί «εκεί δεν ειν’ γραφτό στον άνθρωπο να φτάσει». Αρχίζουν την ανάβαση μέσα στα χιόνια, ο Γιαννάκης προχωρά με μεγάλη δυσκολία, παγώνει, κλαίει, νιώθει ότι πεθαίνει. Η νεράιδα πάει να του φέρει την Ερωφίλη, απλώνει το μαγνάδι της και χάνεται. Ο Γιαννάκης ξυπνά και βρίσκεται στην ποδιά της Ερωφίλης. Η Ζαχαρούλα προσπαθεί να ζεστάνει και να ζωντανέψει το παγωμένο της παιδί. Στην προσπάθεια συμμετέχει η Ερωφίλη και ο Σωτήρης. Ο Γιαννάκης ξεψυχά στην ποδιά της Ερωφίλης.

 

* * *


Η πρώτη έκδοση του έργου δεν φέρει κανένα ειδολογικό χαρακτηρισμό από τον ίδιο τον συγγραφέα και δεν χωρίζεται σε  πράξεις και σκηνές, ενώ ξεκινά με εκτενείς σκηνικές οδηγίες. Η γλώσσα του χαρακτηρίστηκε «ακραία» ή «μαλλιαρή» δημοτική και αυτή η γλωσσική επιλογή, ενίοτε, κάνει το έργο δύσκαμπτο. Στη δράση η πραγματικότητα εναλλάσσεται με το όνειρο, η πρόζα με τον έμμετρο λόγο και  το έργο βρίθει γνωστών παραμυθιακών μοτίβων: Μοίρες και Νεράιδες, μαγεμένα αντικείμενα (δαχτυλίδι, μαντήλι, μήλο, κλπ.), αλλά και ήθη, χριστουγεννιάτικα έθιμα, παραδοσιακά κάλαντα,  που αντλούν από την λαϊκή παράδοση. Το υλικό αυτό διασταυρώνεται με τις ιδεαλιστικές, συμβολιστικές, κυρίως γερμανικής προέλευσης, επιδράσεις που δέχτηκε ο συγγραφέας, όπως η αναζήτηση της ομορφιάς και της απάτητης κορυφής, η θυσία για την «Ιδέα».

 

[Το έργο εντοπίστηκε ψηφιοποιημένο στον ιστότοπο της Ψηφιακής Βιβλιοθήκης του ΑΠΘ http://invenio.lib.auth.gr/record/134905/files/1.pdf (14/11/2014)]

 

© ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ, Α.Π.Θ.