Γιάννης Καμπύσης, Στα σύγνεφα [Κείμενο]

Γιάννης Καμπύσης, Στα σύγνεφα, εκδόσεις «Τέχνη», Αθήνα 1899.

 

Η δράση εκτυλίσσεται το βράδυ σε ένα ξενοδοχείο των Βαυαρικών Άλπεων. Ο Εγώ (συγγραφέας), συναντά την Εκείνη. Όσο ο Εγώ παρακολουθεί την καταιγίδα από τη βεράντα ο Κέλνερ, υπάλληλος του ξενοδοχείου, συνοδεύει την Εκείνη στον ίδιο χώρο. Η γυναίκα πλησιάζει τον Εγώ, ωστόσο οι δυο τους δεν μπορούν να δουν ο ένας τον άλλον εξαιτίας του σκοταδιού. Η γυναίκα επιμένει να κρατήσουν το φως κλειστό και αρνείται να απαντήσει στις ερωτήσεις του Εγώ για το ποια είναι. Του αποκαλύπτει πως αν θέλει να την δει θα πρέπει να την ακολουθήσει στο πιο ψηλό δέντρο κοντά στον καταρράκτη, εκεί που είναι το κέντρο του σίφουνα. Καθώς θα τους δουν μαζί τα στοιχειά θα θυμώσουν και με το φως των αστραπών τους θα καταφέρουν τα δυο πρόσωπα να ειδωθούν. Τα μανιασμένα στοιχειά της φύσης όντως μπαίνουν ανάμεσά τους, οργισμένα για την είσοδο του Εγώ, του κλείνουν τα μάτια και προσπαθούν να τον πνίξουν, ωστόσο ο Κέλνερ τον φωνάζει να μπει μέσα γλιτώνοντάς τον. Μπαίνοντας μέσα, η Εκείνη εν τέλει αποκαλύπτει στον Εγώ πως είναι η Παρθένα του αστεφάνωτου γάμου.  Αυτός της εκμυστηρεύεται τον έρωτά του και αυτή τον αποχαιρετά καλώντας τον να κοιμηθεί. Την ίδια στιγμή, μπαίνει στο δωμάτιο ο Κέλνερ για να οδηγήσει τον Εγώ στην κάμαρά του, αφού ο δεύτερος είχε αποκοιμηθεί και όλα όσα έζησε δεν ήταν παρά ένα όνειρο.

 

* * *


Το έργο είναι ένα ποιητικό μονόπρακτο με συμβολιστικά στοιχεία. Τα πρόσωπα είναι δύο άντρες και μια γυναίκα. Η γυναίκα που ορίζεται ως Εκείνη, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα καθώς είναι αποκύημα της φαντασίας του Εγώ. Ο συγγραφέας εντάσσει στην ατμόσφαιρα του δράματος, σε μεγάλο βαθμό, τα στοιχεία της φύσης, με σκηνικές οδηγίες, όπως: «ακούγεται ο βαρύς άνεμος των Βαβαρικών Άλπεων και ο θόρυβος των συγκλονούμενων δέντρων, σα μυκηθμός αγριεμένης θάλασσας». Όλα διαδραματίζονται μια νύχτα με καταιγίδα κατά τη διάρκεια της οποίας τους ήρωες περικυκλώνουν στοιχειά.
«Μανιάζουν πάλε τα θεριά/ Και με περικυκλώνουν/ Με ζώνουν!/ Πάνε του ανέμου τα λουριά!.../ Τα σύγνεφα με παραπέρνουν…/ Ω, που με φέρνουν!/ Μου κλείουν τα μάτια οι αστραπές,/ Ω, πως οργιάζουν!... ποιες ροπές/ Ξεχύνουν γύρω!/ Λιποθυμώ! Με πνίγει το βαθύ τους μύρο!/ Βοήθεια!...». Η Εκείνη, σαν σειρήνα καθώς την χαρακτηρίζει ο συγγραφέας, εν τέλει αποκαλύπτει την ταυτότητά της. «Είμαι η Παρθένα τ’ αστεφάνωτου του γάμου,/ Που όλο γεννάω και λαχταράω με τα παιδιά μου/ Κι άντρα δεν ξέρω κι άθελα μου/ Γονατιστός ο άντρας πέφτει χάμου…».

(Το έργο εντοπίστηκε στην Κεντρική Βιβλιοθήκη του ΑΠΘ και ψηφιοποιήθηκε από την ερευνητική ομάδα)

 

© ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ, Α.Π.Θ.