Γιάννης Καμπύσης, Αρήγιαννος

Γιάννης Καμπύσης, «Αρήγιαννος» σε συνέχειες στο Νουμά, 7/8/1911, σ. 419-423, 21/8/1911, σ. 447-448, 4/9/1911, σ. 454-456, 11/9/1911, σ. 478-480, 18/9/1911, σ. 482- 484, 25/9/1911, σ. 501-503, 2/10/1911, σ. 524-526.

 

Ο αγαπημένος αυλικός του βασιλιά γίνεται περίγελος των υπόλοιπων αυλικών γιατί παραμιλάει, αφηγείται όλα όσα του είπε η «κυρούλα» του και ονειρεύεται «τη χώρα την κίτρινων λουλουδιών». Ο Βεζίρης, μόλις αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει, επιβάλλει την τάξη σύμφωνα με την επιθυμία του βασιλόπουλου. Ωστόσο, ούτε και με την παρέα του αγαπημένου του αυλικού είναι απολύτως ευχαριστημένος. Το νεαρό βασιλόπουλο, στα δεκαπέντε του μόλις χρόνια, ασφυκτιά, και θέλει να βγει από το παλάτι, θέλει να ψάξει να βρει αυτόν που τον μάγεψε με το τραγούδι του. Η μητέρα του, αντιβασίλισσα, και ο βεζίρης του κάνουν το χατίρι και βρίσκουν τον τραγουδιστή Αρήγιανο και τον φέρνουν μπροστά στο βασιλόπουλο. Στη συνάντηση αυτή αποκαλύπτεται πως ο Αρήγιανος και ο αυλικός είχαν ξαναβρεθεί παλιά. Ο Αρήγιανος εξιστορεί πως βοήθησε τον φοβισμένο αυλικό να περάσει το σταυροδρόμι μιας μάγισσας. Πέταξε μακριά και με ορμή την στραβή γριά, που έτρωγε ανθρώπινο κρέας, με αποτέλεσμα αυτή να βρει το φως της. Από τότε η γριά μάγισσα άφησε το δρόμο ελεύθερο για όσους κυνηγούσαν το όνειρό τους και στον Αρήγιανο έδωσε το χάρισμα να μαγνητίζει με τα τραγούδια του. Ο αυλικός αποκάλυψε πως δεν ψάχνει πια το όνειρό του, σε αντίθεση με τον Αρήγιαννο που συνεχίζει περιπλανώμενος μέχρι να το βρει. Η αντιβασίλισσα τρομάζει μην τυχόν ο Αρήγιανος είναι μάγος και διατάζει να τον διώξουν, όμως το βασιλόπουλο επιμένει να τον κρατήσει κοντά του. Προκειμένου να μην τον χάσει ποτέ από κοντά του, το βασιλόπουλο διατάζει να ανοίξουν την «χρυσόπορτα που κρύβει τον Ωκεανό με τα βαθειά όνειρα», μια πόρτα που δεν τόλμησε να ανοίξει ποτέ κανείς, για να ψάξει κι εκεί ο Αρήγιανος το όνειρό του. Η αμοιβαία έλξη που νιώθουν οι δύο άντρες σε συνδυασμό με την επιθυμία τους να περάσουν μαζί την «χρυσόπορτα» οδηγεί την αντιβασίλισσα και τον Βεζίρη να φυλακίσουν τον Αρήγιανο. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τη βαριά αρρώστια του βασιλιά. Αμέσως μετά τη φυλάκιση του  Αρήγιανου κάνει την εμφάνισή της η γριά μάγισσα προκειμένου να τον βοηθήσει. Μαγεύει τους σκοπούς που τον κρατούσαν και του δίνει τη φτερούγα μιας νυχτερίδας, έτσι ώστε όποτε τη χρειαστεί, αυτός να τρίψει την φτερούγα κι αυτή θα βρεθεί κοντά του. Στη συνέχεια διαμηνύει στο αυλικό περιβάλλον τον τρόπο που θα σωθεί το βασιλόπουλο. Θα πρέπει να αλείψουν τον βασιλιά με το αίμα του πουλιού της πετροπέρδικας. Όμως για να το βρουν αυτό θα πρέπει να θυσιαστεί ένα πουλί και ένας άνθρωπος, καθώς το δέντρο είναι λιγνό και όποιος ανέβει θα σκοτωθεί. Ο Βεζίρης αποφασίζει να στείλει τον Αρήγιανο, για χάρη του βασιλιά, αφού κανένας άλλος από το παλάτι δεν τολμά να πάει. Έτσι, ο Αρήγιανος ζητάει την βοήθεια της γριάς μάγισσας. Εκείνη τον απαλλάσσει από την δοκιμασία στην οποία δεν τόλμησαν να πάνε οι υπόλοιποι και τον καλεί να τραγουδήσει κάτω από το παράθυρο του βασιλόπουλου και εκείνο να γίνει καλά. Η δράση ολοκληρώνεται σε κάποιο τόπο μακριά από το παλάτι, με τη γριά να ανακοινώνει στο δάσκαλο και στους χωρικούς πως ο βασιλιάς σύντομα θα τους επισκεφθεί αφού έγινε επιτέλους καλά.

 

* * *


Το έργο δημοσιεύτηκε μετά το θάνατο του συγγραφέα στο περιοδικό Νουμάς από τον Δ. Π. Ταγκόπουλο, ο οποίος εξασφάλισε τα χειρόγραφα του Καμπύση. Όσο ζούσε ο συγγραφέας δημοσίευσε κάποια αποσπάσματα του έργου του σε έμμετρη μορφή, ωστόσο αυτό το οποίο βρέθηκε στα χειρόγραφά του και εν τέλει δημοσιεύεται είναι σε πεζό λόγο και σαφώς διαφοροποιημένο από τα αρχικά αποσπάσματα. Η πρώτη μορφή γράφτηκε το 1898 στο Μόναχο, ενώ η δεύτερη το 1901 στην Αθήνα. Αν και η ταυτότητα του έργου δεν προσδιορίζεται ειδολογικά από τον ίδιο τον συγγραφέα, είναι πολύ φανερά τα στοιχεία του παραμυθοδράματος και τα ίχνη του ρεύματος του Συμβολισμού. Δημιουργείται μια μυστικιστική ατμόσφαιρα εξαιτίας του απροσδιόριστου τόπου και χρόνου. Τα θεματικά μοτίβα, τα πρόσωπα και οι συμπεριφορές τους, η συχνή αναγωγή σε φανταστικούς τόπους, αντλούν πολλά από τον κόσμο των λαϊκών παραμυθιών και μέσω αυτών των χαρακτηριστικών το έργο βρίσκεται σε κάποια εγγύτητα και με την παράδοση. Πιο συγκεκριμένα στον Αρήγιανο συναντάμε χαρακτήρες όπως είναι ο βασιλιάς, η αντιβασίλισσα, ο βεζίρης, οι αυλικοί, η γριά μάγισσα, ο περιπλανώμενος τραγουδιστής, ο δάσκαλος. Κάποιοι από τους χαρακτήρες αυτούς συνθέτουν τη δική τους ιστορία, δημιουργώντας μας κάθε φορά μια διαφορετική παραμυθιακή εικόνα. Ο Αρήγιανος ψάχνει «το φάντασμα της ομορφιάς», ο αυλικός θέλει να βρει «την χώρα των κίτρινων λουλουδιών», μια γριά μάγισσα δίνει το χάρισμα του μαγικού τραγουδιού και υπνωτίζει φρουρούς προκειμένου να επικοινωνήσει με τον φυλακισμένο Αρήγιανο και «ένα διαμαντένιο κλειδί ανοίγει την χρυσόπορτα των πιο βαθιών ονείρων». Η γριά μάγισσα επίσης έχει την ικανότητα με τα ξόρκια της να θεραπεύει. Αυτή την πίστη έχουν οι αυλικοί φέρνοντάς την να κάνει καλά το βασιλιά. Ακόμα και έξω από το φανταστικό κόσμο, όταν στο τέλος του έργου επιστρέφουμε σε πραγματικούς χαρακτήρες δίνεται μια χροιά λαϊκής παράδοσης όταν ο δάσκαλος του χωριού συγκεντρώνει τη λαϊκή σοφία και γίνεται πηγή πληροφοριών για τους χωρικούς. Αξίζει να σημειωθεί ότι μέσα στο έργο καταγράφονται στίχοι τραγουδιών τουλάχιστον δεκαοχτώ φορές.

[Το έργο εντοπίστηκε ψηφιοποιημένο στον ιστότοπο http://kosmopolis.lis.upatras.gr (14/11/2014)]

 

© ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ, Α.Π.Θ.