Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλου, Το Παιδομάζωμα

Δημητρίου Γρ. Καμπούρογλου, Σκηνικά έργα Α΄: Το Παιδομάζωμα, δραμάτιον εις πράξεις τρεις (ων η μια πρόλογος) και εις μέρη τέσσαρα. Βραβευθέν εις τον Ρετσίνειον Δραματικόν Αγώνα του 1895, μετ’ εικόνων και ποικίλων σημειώσεων, Βιβλιοπωλείο Γρηγορίου Λάμπρου, Αθήνα 1896.

 

Σύμφωνα με τις σκηνικές οδηγίες του συγγραφέα η σκηνή του Προλόγου, που φέρει τον τίτλο «Το Παιδομάζωμα», είναι στην Αθήνα του 1666. Σε μια πλατεία, από μακριά φαίνεται ο Παρθενώνας ως τζαμί. Ένας γέρος ιερομόναχος, ο Δανιήλ, κρυφά τη νύχτα, μαθαίνει γράμματα στα τρία παιδιά της Δόμνας. Οι Τούρκοι με αρχηγό τον Γενίτσαρο Σουλεϊμάν αρπάζουν τα παιδιά μπροστά στα μάτια της μάνας τους. Τη σκηνή παρακολουθεί κρυμμένη μια γειτονοπούλα, η μικρή Μηλιά. Η Δόμνα καταριέται τους απαγωγείς των παιδιών της και τα αποχαιρετά λέγοντάς τους να μη ξεχάσουν την πατρίδα τους, την πίστη τους και το οικογενειακό τους όνομα (Χωραφάς). Το ένα από τα τρία παιδιά, ο Γιώργος, ξεφεύγει από τους Τούρκους και γλυτώνει με τη βοήθεια της Μηλιάς. Στη δεύτερη πράξη, το πρώτο μέρος τιτλοφορείται «Η επιδρομή» και λαβαίνει χώρα είκοσι χρόνια μετά, το 1687. Σε ένα προαύλιο τζαμιού κάθονται Τούρκοι και καπνίζουν τον ναργιλέ τους, ανάμεσά τους ο Σουλεϊμάν και ο Ομέρ Αγάς. Ο Σουλεϊμάν που έχει χάσει το ένα χέρι του στις μάχες, φοβάται πως θα είναι λίγες οι μέρες τους στην Αθήνα, αφού το «φτερωτό λιοντάρι» της Βενετιάς φαίνεται ότι θα τους «χάψει». Στη συζήτηση μπαίνει και ένας ψαράς ο Πέτρος. Ο Σουλεϊμάν διηγείται την ιστορία των τριών παιδιών που άρπαξε, πριν από είκοσι χρόνια. Το ένα του ξέφυγε, το άλλο έγινε μεγάλος και τρανός Γενίτσαρος και το τρίτο το πούλησε σε ένα Φράγκο. Στην πορεία της κουβέντας αποκαλύπτεται ότι ο Πέτρος είναι ο Φράγκος που είχε αγοράσει το παιδί, αλλά κι εκείνος το μεταπούλησε σε ένα Βενετσιάνο. Ο Σουλεϊμάν ρωτά τι απόγινε η μάνα τους και μαθαίνει, πως ξαναπαντρεύτηκε έναν πλούσιο χήρο και προσπάθησε να εξαγοράσει το παιδί της από τον Βενετσιάνο, αλλά δεν τα κατάφερε. Τώρα έχει πεθάνει κι άφησε το γιο που είχε γλυτώσει, το Γιώργη, να ζει με την κόρη του άντρα που παντρεύτηκε, τη Μηλιά, που είναι «ξακουστή στα κάλλη και στη γνώση». Ο Σουλεϊμάν θέλει να βρει το Γιώργη και να του ζητήσει συχώρεση. Στο μεταξύ φτάνουν κακά μαντάτα για τους Τούρκους: οι Βενετσιάνοι πρόκειται να επιτεθούν στην Αθήνα. Το δεύτερο μέρος φέρει τον τίτλο «Αγάπη αμαρτωλή» και η δράση μετατοπίζεται σε ένα δωμάτιο αθηναϊκού σπιτιού. Η Μηλιά υποδέχεται τον υπέργηρο τώρα, Δανιήλ, ο οποίος την επιπλήττει γιατί δεν πήγε στην εξομολόγηση. Η Μηλιά διστάζει να μιλήσει για τον κρυφό της πόνο, αλλά ο Δανιήλ μαντεύει, γι’ αυτό την συμβουλεύει να φύγει για λίγο, να πάει στο μοναστήρι του Πειραιά. Ο Γιώργης βρίσκει τη Μηλιά να κλαίει. Οι επόμενες σκηνές αποκαλύπτουν ότι οι δυο νέοι αγαπιούνται, αλλά δεν μπορούν να ομολογήσουν τον αμοιβαίο έρωτά τους, αφού μεγαλώνουν σαν αδέρφια.  Κρύβονται και υποφέρουν, αλλά όταν αποχωρίζονται, ασπάζονται «περιπαθώς εις τα χείλη». Στην τρίτη και τελευταία πράξη «Ο τάφος του πατέρα». Στην ερημική παραλία του Πειραιά, την ώρα που ο ήλιος δύει, σε ένα ρημαγμένο νεκροταφείο βρίσκεται ο τάφος του γέρου Χωραφά. Η Μηλιά ακουμπά λουλούδια στην πλάκα του τάφου κι έπειτα μπαίνει στο εκκλησάκι να ανάψει το καντήλι. Ο Πέτρος είναι πληροφοριοδότης του Μάρκου, ο οποίος είναι Βενετσιάνος και επιδιώκει να μάθει τι ξέρουν οι Τούρκοι για την επικείμενη επίθεση του Μοροζίνι και ποιες είναι οι προθέσεις των Αθηναίων. Πέτρος και Μάρκος δεν αναγνωρίζονται αλλά κάτι θυμίζουν ο ένας στον άλλο (ο Πέτρος είναι εκείνος που είχε αγοράσει και στη συνέχεια πουλήσει τον Μάρκο). Ο Μάρκος συναντά την Μηλιά και θαμπώνεται από την ομορφιά της. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Μαχμούτ που είναι Οντάμπασης  και φτάνει στο ίδιο σημείο με τρεις ακόμα Γενίτσαρους. Μαχμούτ και Μάρκος συγκρούονται και η Μηλιά μπαίνει στη μέση για να τους χωρίσει. Το βόλι του Μαχμούτ πληγώνει τον Μάρκο ελαφρά στο δεξί του χέρι, ενώ οι Γενίτσαροι συλλαμβάνουν τη Μηλιά και οι δύο άντρες συνεχίζουν τη συμπλοκή τους φεύγοντας πίσω από τα παρασκήνια. Οι Γενίτσαροι φιλονικούν για το ποιος θα πάρει τη Μηλιά κι εκείνη απελπισμένη πέφτει και χάνεται στη θάλασσα. Ο Γιώργης έρχεται τώρα στην άδεια σκηνή, προσκυνά τον τάφο του πατέρα του, βλέπει τα λουλούδια και αναγνωρίζει το πέρασμα της Μηλιάς. Ο Μαχμούτ και ο Μάρκος επιστρέφουν βαριά πληγωμένοι, ζητούν τη βοήθεια του Αθηναίου για να εξουδετερώσουν ο ένας τον άλλο. Όταν όμως ο Γιώργης τους λέει να απομακρυνθούν από τον τάφο του πατέρα του, για να μη χυθεί αίμα στο μνήμα του Χωραφά, τα τρία αδέρφια, ο Γενίτσαρος, ο Βενετσιάνος και ο Αθηναίος αναγνωρίζονται. Ακαριαία ζητούν συγχώρεση ο ένας από τον άλλο και ασπάζονται μεταξύ τους. Ο Γιώργης μαθαίνει το θάνατο της Μηλιάς την ώρα που τα αδέρφια του ξεψυχούν, γονατίζει και κλαίει απελπισμένος.

 

* * *


Το δράμα χωρίζεται σε τρεις πράξεις, είναι έμμετρο σε δημοτικοφανή, ανομοιοκατάληκτο στίχο και δημοτική γλώσσα. Δραματοποιεί μια από τις πιο «μαύρες» -όπως λέει ο Καμπούρογλου- σελίδες της ελληνικής ιστορίας: το παιδομάζωμα, γύρω από το οποίο αναπτύχθηκαν εγχώριοι θρύλοι και παραδόσεις. Στην πρώτη εικόνα του έργου τα τρία παιδιά τραγουδούν το παραδοσιακό «φεγγαράκι μου λαμπρό» και η σκηνή συνδέεται με ένα ακόμα θρύλο, «το κρυφό σχολειό». Το δράμα ακροβατεί ανάμεσα στη θρησκευτική και την κοσμική κατάσταση του σκλαβωμένου γένους και ο συγγραφέας επιδιώκει  να σκιαγραφήσει τη συμπεριφορά απλών ανώνυμων ανθρώπων που έχουν υποστεί τα δεινά της δουλείας. Αποτυπώνει νοοτροπίες και συμπεριφορές γύρω από τα βασικά ζητούμενα: πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια. Στοιχεία που αποτελούν βασικά θεματικά μοτίβα του δημοτικού τραγουδιού ή ευρύτερα του παραδοσιακού υλικού, όπως είναι η αδερφική αγάπη, η κατάρα μιας μάνας, η τιμή και ο έρωτας δυο παιδιών που μεγαλώνουν σαν αδέρφια, υφαίνουν τον ιστό του έργου και δημιουργούν ισχυρούς δεσμούς με τη λαϊκή παράδοση.

 

[Το έργο εντοπίστηκε ψηφιοποιημένο στον ιστότοπο της Ψηφιακής Βιβλιοθήκης Νεοελληνικών Σπουδών Ανέμη http://anemi.lib.uoc.gr/php/pdf_pager.php?rec=/metadata/4/9/c/metadata-141-0000293.tkl&do=140781.pdf&lang=en&pageno=1&pagestart=1&width=420&height=633&maxpage=88.(10/11/2014)]

 

© ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ, Α.Π.Θ.