Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλου, Η Νεράιδα του Κάστρου [Κείμενο]

Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλου, Η Νεράιδα του Κάστρου, δράμα εις πράξεις τέσσερις (Η σκηνή εις τας Αθήνας κατά τα έτη 1801-1803), εκδοτικός οίκος Δ. & Π. Δημητράκου, Αθήνα, χ.χ. [1925;].

 

Ο Μιχαήλ, ο τριαντάχρονος δημογέροντας των Αθηνών, ακούει μέσα στη νύχτα, από το παράθυρο του σπιτιού του, στο Ριζόκαστρο, γυναικείο θρήνο. Παρά τις εκκλήσεις της μητέρας του, Όρσας, που φοβάται ότι βάζει σε κίνδυνο τη ζωή του, βγαίνει για να δει τι συμβαίνει. Ο πατέρας του, ο Αλέξανδρος, καμαρώνει γιατί ο γιος του είναι αφοσιωμένος στο χρέος απέναντι στην πατρίδα. Κάτω από τους βράχους της Ακρόπολης ο Μιχαήλ συναντά την αποσπασμένη από το Ερεχθείο Καρυάτιδα ριγμένη στο χώμα. Όταν την πλησιάζει και παίρνει το μαντήλι της, η «Νεράιδα του Κάστρου» ζωντανεύει, ο νέος θαμπώνεται από την εκτυφλωτική της ομορφιά, την ερωτεύεται κι εκείνη, παρά τους αρχικούς δισταγμούς, αποφασίζει να μείνει μαζί του για πάντα. Ο Μαξούτ, ο αράπης του Βοεβόδα, παρακολουθεί κρυφά τη σκηνή. Η δεύτερη πράξη εικονογραφεί το πολύβουο «Παζάρι», την Αγορά της Αθήνας, στο μεταίχμιο 18ου-19ου αιώνα. Συνομιλούν Αθηναίοι πωλητές, εμφανίζονται Τούρκοι αξιωματούχοι, Τουρκαλβανοί και Φράγγοι εκπρόσωποι… Η συζήτηση στρέφεται γύρω από την αποψίλωση των γλυπτών της Ακρόπολης από τους ξένους, Φράγγους και Εγγλέζους. Την Αγορά διασχίζει μια πομπή παραδοσιακού γάμου και ακολουθεί ο μονόλογος του Μαξούτ που αυτοσαρκάζεται και ταυτόχρονα σχολιάζει, υπονομεύοντάς τα, στοιχεία της περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Ο Μιχαήλ έχει γυρίσει από την Πόλη κρατώντας στα χέρια του το φιρμάνι που απαλλάσσει τους Αθηναίους από τις επιθέσεις του Πασά του Ευρίπου. Όταν έρχεται ο Πασάς από την Εύβοια στην Αθήνα και συναντά δημόσια το Μιχαήλ, αναγκάζεται να υποχωρήσει βαθιά οργισμένος εναντίον του Αθηναίου πατριώτη. Στη συνέχεια στο τσαντήρι του Πασά σχεδιάζεται η εξόντωση του Μιχαήλ και όταν ο πρώτος μαθαίνει από τον Μαξούτ για την όμορφη γυναίκα του μελλοθάνατου, απαιτεί να την φέρουν στο χαρέμι του. Ο Μιχαήλ συλλαμβάνεται και παρουσιάζεται αγέρωχος μπροστά στον Πασά έτοιμος να δώσει τη ζωή του για την πατρίδα του. Στην τελευταία πράξη η Καρυά αναζητά τον εξαφανισμένο Μιχαήλ και μαθαίνει ότι τον έπιασε ο Πασάς από μια Αραπίνα-ζητιάνα. Είναι έτοιμη να τρέξει στο τσαντήρι του Πασά για να αναζητήσει τον αγαπημένο της, όταν εμφανίζονται στρατιώτες που κουβαλούν το άψυχο σώμα του Μιχαήλ και έχουν διαταγή να την συλλάβουν. Εκείνη ζητά ως τελευταία χάρη να φιλήσει το Μιχαήλ, βρίσκει στον κόρφο του το μαγνάδι (μαντήλι) της, το τινάζει δυνατά και χάνεται.

 

* * *


Το τετράπρακτο έργο είναι γραμμένο σε πρόζα και δημοτική γλώσσα για την οποία ο συγγραφέας, στον πρόλογό του, διευκρινίζει ότι είναι η γλώσσα του παραδοσιακού παραμυθιού. Πέρα από τα πέντε βασικά πρόσωπα στη σκηνή εμφανίζεται ένα πραγματικό πλήθος άλλων προσώπων, που με τις ενδυμασίες και τις συμπεριφορές τους αποτυπώνουν το σχετικά πρόσφατο, για τον Καμπούρογλου, αθηναϊκό παρελθόν. Στιγμιότυπα από αυτό το παρελθόν, με πλούσιο παραδοσιακό υλικό, σκηνοθετούνται κάτω από τις γραμμές του κειμένου. Το δράμα ενσωματώνει αθηναϊκούς θρύλους γύρω από τις Καρυάτιδες και λαϊκές παραδόσεις σχετικές με τις νεράιδες που οδήγησαν στο γνωστό μέχρι σήμερα παραμύθι, Το μαντήλι –ή το πέπλο– της Νεράιδας. Το κεντρικό γυναικείο πρόσωπο της Καρυάς συντίθεται από αυτές τις πηγές. Οι σκηνές του έργου περιλαμβάνουν έθιμα και τελετουργίες γύρω από τον παραδοσιακό γάμο, μουσική από ανατολίτικα όργανα, παροιμίες και αυτούσιους δημοτικούς στίχους.

 

(Το έργο εντοπίστηκε στην Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης και ψηφιοποιήθηκε από την ερευνητική ομάδα)

 

© ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ, Α.Π.Θ.