Νίκος Καζαντζάκης, Ο Πρωτομάστορας

Νίκος Καζαντζάκης, «Ο Πρωτομάστορας», Παναθήναια, έτος Ι΄, τχ. 233-234, 15-30/6/1910, σ. 131-144.

 

Ο Χορός των θεριστάδων (άνδρες και γυναίκες) σχολιάζει το γεφύρι που έχει μόλις στηθεί. Ο Γέρος θεριστής έχει άσχημα προαισθήματα για τη νύχτα που θα ακολουθήσει. Οι γυναίκες φοβούνται γιατί θυμούνται τις προηγούμενες τρεις φορές που το γεφύρι έχει στηθεί και τη νύχτα γκρεμίζεται από τη δύναμη του ποταμού. Ένας χωρικός, ο Δημήτρης, μεταφέρει τις προφητείες της Μάνας, η οποία μιλά για αφανισμούς και καταριέται τον αίτιο. Και τις τρεις προηγούμενες φορές οι προφητείες της βγήκαν αληθινές. Τρεις κοπέλες μπαίνουν ορμητικά στη σκηνή και έντρομες μιλούν για τις φοβέρες του ποταμού, που μουγκρίζει και κάνει το γεφύρι να τρέμει. Ο Γέρος διαπιστώνει ότι ο ποταμός είναι «λιμασμένο θεριό» και ζητά ανθρώπινο κορμί. Περιμένουν τον ερχομό του Άρχοντα που θα ανταμείψει τον Πρωτομάστορα. Όμως οι Χοροί υποψιάζονται πως ο ποταμός θέλει «σφαχτάρι» τον ίδιο τον Πρωτομάστορα. Εμφανίζεται ο Τραγουδιστής που είναι τρελά ερωτευμένος με την Σμαράγδα, την κόρη του Άρχοντα και μετά από λίγο εμφανίζεται και η ίδια, η «Πριγκιπέσσα», η «Πεντάμορφη» που έφερε «χαρίσματα», δώρα στους ανθρώπους του χωριού για να γιορτάσουν την ολοκλήρωση του γεφυριού. Είναι χαρούμενη κι όταν μπαίνει ο Πρωτομάστορας, αποκαλύπτεται η φλογερή αγάπη που τους δένει: κρυφά συναντιούνται τη νύχτα και χαίρονται τον έρωτά τους. Ο Πρωτομάστορας είναι αγέρωχος στις απειλές του Χορού, δηλώνει πως δε φοβάται τη Μοίρα. Ο Γέρος θυμώνει και τον απειλεί πως θα «σκίσει λουρίδες το κορμί του». Εμφανίζεται ο Άρχοντας, ο οποίος έχει ορκιστεί να βάλει χαλινάρι στον ποταμό που του έπνιξε το γιό του, γι’ αυτό χαίρεται ιδιαίτερα την ολοκλήρωση του γεφυριού. Υπόσχεται να δώσει στον Πρωτομάστορα ό,τι του ζητήσει. Κι εκείνος του ζητά ένα μεγάλο σπίτι στη μέση του χωριού και να στεφανωθεί τη γυναίκα που αγαπά. Την ώρα που θα αποκάλυπτε ότι πρόκειται για την Σμαράγδα, μπαίνει μια κατατρομαγμένη κοπέλα που αναγγέλλει την πάλη του ποταμού με το γεφύρι. Το γεφύρι αρχίζει να γκρεμίζεται. Ο Πρωτομάστορας τους καθησυχάζει ότι θα το ξαναστήσει. Έρχεται η γριά Μάνα που προφητεύει: φταίει ο Πρωτομάστορας που αγάπησε μια γυναίκα και χαίρεται το κορμί της τη νύχτα, γι’ αυτό δεν στεριώνει το γεφύρι. Πρέπει να σκοτωθεί αυτή η γυναίκα για να σωθεί το χωριό! Ο Άρχοντας ζητά να μάθει ποια είναι αυτή η κοπέλα. Φέρνουν όλα τα κορίτσια του χωριού για να υποδείξει ο Πρωτομάστορας ποια είναι η αγαπητικιά του. Ο Πρωτομάστορας δε μιλεί. Ο Τραγουδιστής έχει καταλάβει ότι πρόκειται για τη Σμαράγδα και της ζητά να φύγει. Μεσολαβεί ένα πολύ μικρό Intermezzo, όπου δύο Ημιχόρια από γύφτισσες, χορεύουν με ντέφια, νταούλια και χαλκάδες. Το ένα Ημιχόριο θρηνεί τη μοίρα του Πρωτομάστορα και προτάσσει την υποταγή στο χρέος και το άλλο χαρούμενο χορεύει για τη γλύκα της αγάπης και προτρέπει στον εναγκαλισμό της επιθυμίας. Ο Άρχοντας προσπαθεί να βρει ανάμεσα στις κοπέλες του χωριού, ποια είναι η ερωμένη του Πρωτομάστορα, αφού έχει υποσχεθεί ότι είναι χρέος του να την θυσιάσει για χάρη του λαού. Η Σμαράγδα δεν μπορεί πια να κρατηθεί, ομολογεί πως τις νύχτες έδινε το σώμα της στον Πρωτομάστορα. Ο Άρχοντας δηλώνει, πως σπίλωσε την τιμή του και δεν έχει πού να σταθεί, πως δεν έχει πια κόρη… αλλά λυγίζει μπροστά στις εκκλήσεις του παιδιού του για συχώρεση. Η Σμαράγδα προχωρεί για τη θυσία. Ο Πρωτομάστορας την παρηγορεί αλλά δεν την εμποδίζει. Ο Τραγουδιστής διαπιστώνει ότι ο Πρωτομάστορας βιάζεται να «χτίσει» την Σμαράγδα. Την κατεβάζουν στα θεμέλια του γεφυριού. Ο Πρωτομάστορας σπρώχνει τον Τραγουδιστή και διατάζει να ρίξουν «τέσσερα πελέκια αγκωνάρια αντί για δυο». Και να τα δέσουν με μολύβι και σίδερο πάνω στο σώμα της αγαπημένης του! Οι μαστόροι στερεώνουν το γεφύρι στο κορμί της Σμαράγδας και όταν εκείνη έχει ξεψυχίσει, όλοι ρίχνουν πέτρες και ο Πρωτομάστορας τη πιο μεγάλη. Το έργο τελειώνει με τη φωνή των Χορών, των γυφτισσών και των μαστόρων που υμνούν τον νικητή: «Γειά σου! Χαρά σου Πρωτομάστορα!».

 

* * *


Το έργο χαρακτηρίζεται από τον συγγραφέα «τραγωδία» και αποτελείται από δύο μέρη που χωρίζονται από ένα μικρό Intermezzo –χωρίς να κατέβει η αυλαία, όπως σημειώνει ο Καζαντζάκης. Είναι γραμμένο σε πρόζα και δημοτική γλώσσα. Στη δράση παίρνουν μέρος πέντε πρόσωπα, αλλά μόνο η κεντρική γυναικεία φιγούρα έχει όνομα –Σμαράγδα– και δύο Χοροί. Χορός Θεριστάδων: άνδρες και γυναίκες και Χορός Μαστόρων: γύφτοι και γυφτοπούλες. Οι Χοροί και τα Ημιχόρια κρατούν στοιχεία από τη λειτουργία τους στην αρχαία τραγωδία: σχολιάζουν την τύχη του ήρωα και αποτελούν τη συλλογική φωνή. Το έργο δραματοποιεί το δημοτικό τραγούδι «Το γεφύρι της Άρτας» αποκλίνοντας όμως από το περιεχόμενο σε αρκετά σημεία. Αν και στο δράμα δεν υπάρχουν ξωτικά, πλούσια είναι τα μεταφυσικά στοιχεία, όπως για παράδειγμα η γριά Μάνα που έχει τη δύναμη να προφητεύει τα μελλούμενα σα μάγισσα –αλλά και σαν Τειρεσίας της αρχαίας τραγωδίας– ή ο ποταμός-θεριό που διψά για ανθρώπινη σάρκα. Επίσης πλούσια είναι τα παραμυθιακά στοιχεία: η Σμαράγδα «αρχοντοπούλα», «πανέμορφη πριγκίπισσα», αλλά και «ξωτικό» που ξελόγιασε τον Πρωτομάστορα, ο πατέρας της, ο καλός άρχοντας που πασχίζει για το καλό του λαού του έχει τη θέση του βασιλιά, ενώ ο Πρωτομάστορας είναι ο ξανθός λεβέντης που πήρε την καρδιά της βασιλοπούλας, δηλαδή το βασιλόπουλο του παραμυθιού. Οι κανόνες της παραδοσιακής πατριαρχικής κοινωνίας εμποδίζουν τα πρόσωπα να εκπληρώσουν τις επιθυμίες τους και όταν κάποιοι αποφασίσουν να συγκρουστούν με αυτούς τους άγραφους νόμους, πρέπει να πληρώσουν. Όμως το βαρύ τίμημα με την ίδια τη ζωή της θα πληρώσει μόνο η κεντρική ηρωίδα. Ο συγγραφέας προσπαθεί να διασταυρώσει το υλικό της παράδοσης με την αρχαία τραγωδία και τις νιτσεϊκές επιρροές.

 

[Το έργο εντοπίστηκε ψηφιοποιημένο στον ιστότοπο http://catalog.parliament.gr από την Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων (14/11/2014)]

 

© ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ, Α.Π.Θ.