Αργύρης Εφταλιώτης, Ο βουρκόλακας

Αργύρης Εφταλιώτης, «Ο βουρκόλακας», σε συνέχειες στην Εστία, αρ. 28, 20/11/1894, σ. 436-443, αρ. 29, 4/12/1894, σ. 449-456, αρ.30, 18/12/1894, σ. 469-473.

 

Η Περμαθιώ και η Πιπινιώ, δυο γειτόνισσες ανοίγουν το έργο και εμφανίζονται σε αρκετά σημεία για να περιγράψουν τα γεγονότα ή να συντρέξουν στα κεντρικά πρόσωπα της δράσης. Κουβεντιάζουν στο δρόμο του χωριού, έξω από το σπίτι της Δέσπως, της μάνας με τους τρεις γιους -Κωνσταντή, Σαράντη και Θανάση- και με τη μια την κόρη, την Αρετούλα. Το θέμα της κουβέντας είναι ο έρωτας του Στεφανή, του καλού αλλά φτωχού παπαδόπαιδου, για την αρχοντοπούλα την Αρετή. Ο Στεφανής εξομολογείται τον έρωτά του στην Αρετή μα εκείνη, αν και συγκινημένη, δεν του δίνει θάρρος και τον στέλνει να μιλήσει στη μητέρα και στ’ αδέρφια της. Εκείνος ξέρει ότι δεν είναι από σόι, «είχε θειά μοιρολογήτρα», και δεν έχει πιθανότητες να πάρει την αρχοντοπούλα. Η Δέσπω περιγράφει το άσχημό της όνειρο στην κόρη της και στον Κωνσταντή κι έπειτα μάνα και γιος συζητούν για το γάμο της Αρετής. Η Δέσπω υποστηρίζει την αγνή αγάπη του Στεφανή, αλλά ο Κωνσταντής δε θέλει ούτε ν’ ακούσει για της «μοιρολογίστρας τ’ ανίψι». Ο γιος φέρνει στο σπίτι για γαμπρό τον Κράλη, «πραματευτή» από την Βαβυλώνα. Η μάνα πληγώνεται που η μονάκριβή της θα φύγει στα ξένα, αλλά δεν μπορεί να παρακούσει τη γνώμη του πρωτότοκου, ο οποίος έχει πάρει τη θέση του πεθαμένου πατέρα. Ο Κωνσταντής υπόσχεται πως θα φέρει την Αρετή για να κλείσει τα μάτια της μάνας τους. Ακολουθούν γλέντι, τραγούδια και χαρές στους αρραβώνες της σαστισμένης, από την ταχύτητα με την οποία την παντρεύουν, Αρετής και του Κράλη. Ο Στεφανής βρίσκεται έξω από το χωριό, κοντά στην Αγία Μαρίνα, νύχτα και έχει χάσει τα λογικά του από την πληγή που του άνοιξε η αγάπη για την Αρετή. Παραληρεί και  στο τέλος κοιμάται. Στον ύπνο του βλέπει την Αγία Μαρίνα με τη μορφή της Αρετής, να του λέει να γίνει καλόγερος, να παρηγορεί  και να σώζει τις ψυχές των χωριανών του, που θα τους βρει θανατικό μεγάλο. Όταν ξυπνά ο Στεφανής έχει πάρει την απόφαση. Ακολουθεί ο παραδοσιακός γάμος και η αναχώρηση της Αρετής και του Κράλη για τη Βαβυλώνα. Μετά από τρεις μήνες βαρύ θανατικό έχει πέσει και ο Στεφανής, τώρα πάτερ Συνέσιος, έχει αναλάβει το ρόλο του παρηγορητή και σωτήρα του χωριού. Η Δέσπω έχει χάσει και τους τρεις γιους της και τη νύχτα, στο κοιμητήριο, ζητά από τον Κωνσταντή, που πέθανε τελευταίος, να τηρήσει την υπόσχεσή του, έστω και πεθαμένος: να φέρει την Αρετή από τα ξένα. Και ο «βουρκολακιασμένος» γιος τηρεί την υπόσχεσή του. Εμφανίζεται η Αρετή μοναχή με ξέπλεκα μαλλιά κι «αμελημένα φορέματα», μονολογεί και αναρωτιέται μήπως βλέπει όνειρο, ποια είναι η αλήθεια; Περιγράφει το ταξίδι της με τον Κωσταντή και την αίσθηση της κρυάδας του θανάτου. Πέφτει μπροστά στην πόρτα της Δέσπως, κι όταν εκείνη βγαίνει, μάνα και κόρη αγκαλιάζονται και πεθαίνουν. 

 

* * *


Το τρίπρακτο δράμα σε δημοτική γλώσσα είναι στηριγμένο εξολοκλήρου στο δημοτικό τραγούδι: δραματοποιεί σε πρόζα -κρατώντας όμως σε αρκετά σημεία αυτούσιους στίχους- την παραλογή του «Νεκρού αδελφού». Στο κείμενο ενσωματώνονται πολλές παροιμίες, όνειρα, προλήψεις, λαϊκές σοφίες. Εικονογραφείται η ταξική διαστρωμάτωση της αγροτικής κοινότητας και η απολύτως υποταγμένη στην πατριαρχική κοινωνία γυναίκα, χωρίς ανατρεπτική διάθεση, έτσι όπως το ορίζουν οι άγραφοι νόμοι της παράδοσης: μάνα και κόρη υπακούνε στη βουλή του πρωτότοκου γιού που αντικαθιστά τον πεθαμένο πατέρα. Οι δυο μεταφυσικές παρουσίες, η Αγιά Μαρίνα και ο βρικολακιασμένος Κωνσταντής αποτυπώνουν επίσης τους ισχυρούς δεσμούς του έργου με τους θρύλους και τις παραδόσεις. Τα έθιμα και οι τελετουργίες του αρραβώνα, του γάμου ακόμα και του θανάτου δημιουργούν βασικές σκηνές του δράματος.

 

[Το έργο εντοπίστηκε ψηφιοποιημένο στον ιστότοπο http://pleias.lis.upatras.gr (19/11/2014)]

 

© ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ, Α.Π.Θ.