Χρήστος Βαρλέντης, Η βουβή (Κείμενο)

Χρήστος Βαρλέντης, Η βουβή, χ.ε., Αθήνα 1911.

 

Το έργο διαδραματίζεται σε «μέρος εξοχικό».  Η Σμαράγδο, η κόρη του ψαρά είναι ερωτευμένη με το Θύμιο, ένα «ξένο αρχοντόπουλο» και πρόκειται να παντρευτούν. Όταν ξεκινά το έργο, ο Θύμιος κατεβαίνει στην πόλη για να παραγγείλει τα στέφανα του γάμου. Όμως μια γριά μάγισσα έχει βάλει σκοπό να διαλύσει το γάμο των δύο νέων και λέει στο Θύμιο ότι η Σμαράγδο έχει σχέση με άλλον. Μάλιστα, του δείχνει και σημάδια της απιστίας της αγαπημένης του: το δαχτυλίδι των αρραβώνων τους και ένα φυλαχτό της. Τη μάγισσα συναντά και ο Βιολιτζής και της εξομολογείται τον πόθο του για τη Σμαράγδο και τον καημό του τώρα που η κόρη ετοιμάζεται να παντρευτεί. Η γριά μάγισσα τον καθησυχάζει ότι ο γάμος αυτός δεν πρόκειται να γίνει. Στο μεταξύ η κόρη του ψαρά, η «νεραϊδοπαρμένη», όπως την αποκαλεί όλο το χωριό, έχει πάει βόλτα στο δάσος κοντά στο χωριό για να περιμένει το Θύμιο να γυρίσει. Κατά την περιπλάνησή της αποκοιμιέται και έρχονται στον ύπνο της πέντε νεράιδες του δάσους να την προειδοποιήσουν για το κακό που την περιμένει. Μόλις ξυπνά τρομαγμένη, φτάνει ο Θύμιος, οργισμένος από τα λόγια της μάγισσας, κατηγορεί τη Σμαράγδο που από τη στεναχώρια της μένει βουβή. Στο δεύτερο μέρος του έργου, δύο χρόνια μετά, ο Θύμιος ετοιμάζεται  να παντρευτεί μια άλλη, την Παγόνα, αφού η Σμαράγδο δε θεραπεύεται. Την ημέρα του γάμου η Σμαράγδο φτάνει και αυτή ντυμένη νύφη στην εκκλησία βαστώντας μια λαμπάδα και στέκεται απέναντι από το γαμπρό. Ξαφνικά μαζί με το κερί αρχίζει να καίγεται και το χέρι της Σμαράγδος. Ο κόσμος πανικόβλητος φωνάζει και τότε γίνεται το θαύμα: η φωνή της Σμαράγδος επανέρχεται και λέει:  «Του κόσμου του κακού τα πικρά τα λόγια, τάσβεστα κεριά την καρδιά μου εκάψανε κι απόμεινα βουβή για το χέρι τώρα ο κόσμος με πονεί;». Και με το καμένο χέρι αποχωρεί η κόρη αγέρωχα από τη σκηνή, μιλώντας για την αγάπη και το δίκιο της, που τώρα έχει αποκατασταθεί.

 

* * *


Το έργο αφιερώνεται από τον συγγραφέα στη μνήμη της «Κυρούλας» του Αθηνάς Κ. Ντρίνη, η οποία του «πρωτοείπε το παραμύθι της Βουβής», επομένως έχουμε μια ρητή αναφορά, ένα απτό δείγμα, για τη σύνδεση του δράματος με τη λαϊκή παράδοση. Χωρίζεται σε δύο μέρη, είναι γραμμένο σε πρόζα και δημοτική γλώσσα (διάλογος και σκηνικές οδηγίες) και ο κατάλογος των προσώπων περιλαμβάνει εννέα πρόσωπα, από τα οποία μόνο δύο είναι άντρες. Επίσης περιλαμβάνει νεράιδες –χωρίς να αναφέρεται ακριβής αριθμός. Μέσα στο κείμενο διαπιστώνουμε ότι οι νεράιδες είναι πέντε και η ύπαρξή τους, όπως και της γριάς «Μάγισσας», σηματοδοτούν εξαρχής την παρουσία παραμυθιακών στοιχείων. Η σημείωση για τα κοστούμια των προσώπων, «βλάχικα» για τις γυναίκες και τους γέρους, αποτυπώνει τη διάθεση για σύνδεση με την παράδοση και στο ενδυματολογικό σκέλος του δράματος. Η κεντρική ηρωίδα του έργου, η Σμαράγδο αποκαλείται από τους συντοπίτες της «νεραϊδοπαρμένη» και την χαρακτηρίζουν «όμορφη σαν ξωτικό», ενώ έχει προαίσθημα ότι κάτι κακό θα της συμβεί. Η πίστη των χαρακτήρων σε δεισιδαιμονίες, προλήψεις και δοξασίες επιδιώκει επίσης να αποτυπώσει τους δεσμούς με την παράδοση: η σκηνή στο δάσος, όπου αποκοιμιέται η Σμαράγδο φέρνει στη σκηνή τις νεράιδες να την προετοιμάσουν για τα μελλούμενα και στο τέλος του δράματος, με ένα «θαύμα» επανέρχεται η φωνή της νέας. Τέλος, στο δεύτερο μέρος του έργου που βρίσκεται σε εξέλιξη ο γάμος του Θύμιου με την Παγόνα δίνονται πληροφορίες γύρω από το μυστήριο του γάμου και την παραδοσιακή συνοδεία της νύφης στην εκκλησία.

(Το έργο εντοπίστηκε στην Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης και ψηφιοποιήθηκε από την ερευνητική ομάδα)

 

© ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ, Α.Π.Θ.